29 Δεκ. 2016

Jean Eugène August Atzet

 

Ένας Μπαλζάκ της κάμερας[1]

 

της Βασιλικής Β. Παππά*

 vas_nikpap@yahoo.gr

 

Στη γέννηση της φωτογραφίας και του κινηματογράφου παρατηρείται μία διαλεκτική σχέση με τη γέννηση του καλλιτεχνικού μοντερνισμού. Τα έργα, ωστόσο, που παράγουν δεν είναι πάντοτε μοντέρνα. Στην καλλιτεχνική φωτογραφία, μέχρι το «Παρίσι του Atzet», η τάση που κυριαρχεί είναι ο Πικτοριαλισμός, ο οποίος προσπαθεί να μιμηθεί τη σύγχρονή του ιμπρεσιονιστική ζωγραφική[2]. Οι δημιουργοί αυτής της εποχής χρησιμοποιούν το φλου, τους επιχρωματισμούς, τον ζωγραφικό τρόπο σύνθεσης για να προσδώσουν εικαστική αξία στις εικόνες τους: όλοι σχεδόν οι πικτοριαλιστές φωτογράφοι απέφυγαν συνειδητά την ομοιόμορφη σαφήνεια στην εστίαση και τον φωτισμό[3].

Ο Eugène Atzet είναι ένας φωτογράφος που καταγράφει μια εποχή η οποία μπορεί να έχει παρέλθει αλλά εξακολουθεί να μας εμπνέει. Κατέχει περίοπτη θέση στην ιστορία της φωτογραφικής τέχνης ως ένας από τους πρωτεργάτες της. Δεν είναι τυχαίο ότι θα πεθάνει έχοντας κερδίσει την αναγνώριση ενός άλλου ιερού τέρατος της φωτογραφίας, του Man Ray[4].  Αδέκαρος, αλλά παθιασμένος με την τέχνη του, αποτυπώνει κάθε γωνιά του Παρισιού πριν αυτή εξαφανιστεί από την επίθεση των σύγχρονων «βελτιώσεων»[5].

Ο Atzet (1857-1927) γεννήθηκε στην πόλη Libourne. Ορφανός από την ηλικία των επτά χρονών, την ανατροφή του αναλαμβάνει ο θείος του και η γιαγιά του. Το 1870, μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης του, για ένα σύντομο διάστημα, εργάζεται ως ναύτης και καμαρότος, ώσπου το 1878 εγκαθίσταται στο Παρίσι, προκειμένου να σπουδάσει ηθοποιία. Επί μια δεκαετία εργάζεται ως ηθοποιός, συνεργαζόμενος με περιοδεύοντες θιάσους και αργότερα με τοπικούς στα περίχωρα του Παρισιού[6]. Παίζει σε ρεπερτόριο δεύτερης κατηγορίας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, ώσπου εγκαταλείπει την ηθοποιία εξαιτίας ενός προβλήματος υγείας με τις φωνητικές του χορδές, για να στραφεί τελικά στην ζωγραφική, το σχέδιο και τη φωτογραφία[7].  Στην αρχή της σταδιοδρομίας του βγάζει φωτογραφίες για να διευκολύνει τους ζωγράφους, αν αδυνατούσαν να ζωγραφίσουν εξωτερικές σκηνές λόγω κακοκαιρίας, ή γιατί θεωρούσε ότι θα εύρισκαν ενδιαφέρουσες τις φωτογραφίες του[8]. Αρχίζει να βλέπει τη φωτογραφία ως μια καλή πηγή εσόδων, πουλώντας τες σε καλλιτέχνες στην κοντινή πόλη του Μοntparnasse[9]. "Documents pour artistes", γράφει η πινακίδα έξω από το studio του στο Παρίσι. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος διαφήμιζε τη δουλειά του. Πράγματι, οι φωτογραφίες του προσελκύουν την προσοχή γνωστών ζωγράφων, όπως είναι ο Μan Ray, o Andre Derain, o Ηenri Matisse και ο Picasso. Το 1899, μετακομίζει στο Montparnasse, όπου και ζει, κερδίζοντας ένα πενιχρό εισόδημα μέχρι τον θάνατό του το 1927.

Τη δεκαετία του 1890, κουβαλώντας πάντα μαζί του το τριπόδι του, την κάμερα και τις γυάλινες πλάκες, φωτογραφίζει οτιδήποτε, από μνημεία, τοπία, φυτά ξεθωριασμένες διαφημίσεις σε κάποιο τοίχο, βρεγμένα πλακόστρωτα, φωτογραφίες που ως επί το πλείστον πουλά σε ζωγράφους. Συνεχίζει εξερευνώντας την αστική δομή του πέμπτου διαμερίσματος του Παρισιού, τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, τους κήπους αλλά και τις αγροτικές αυλές[10]. Καταγράφοντάς τα σε ένα φωτογραφικό άλμπουμ θα διαμορφώσει ένα είδος χάρτη του Παρισιού.Το φιλόδοξο σχέδιο καλούνταν να διασώσει τη μνήμη του παλιού Παρισιού σε μια εποχή ραγδαίων εξελίξεων και αλλαγών.

Η απεικόνιση επαγγελμάτων, που σήμερα –και όχι μονάχα στο Παρίσι- τείνουν να αποτελέσουν παρελθόν, όπως π.χ. η φωτογραφία ενός λατερνατζή, αντλεί από την αντίστοιχη καλλιτεχνική παράδοση σε άλλα καλλιτεχνικά μέσα, όπως διασώζεται π.χ. σε χαρακτικά των Κάτω Χωρών του 17ου αι. με θέμα τα ανθρώπινα επαγγέλματα.

Οι φωτογραφίες των μεγάλων βουλεβάρτων αποκτούν μια εντυπωσιακή διάσταση από την παντελή έλλειψη κόσμου, η οποία με τη σειρά της οφείλεται στις πρωινές λήψεις. Στον αντίποδα οι αποτυπώσεις των φτωχικών συνοικιών γίνεται όχι με επικριτική διάθεση και τάση καταγγελίας αλλά με στόχο τη χαρτογράφηση της γαλλικής πρωτεύουσας. Ο Atzet θα καταγράψει μέσα σε 30 χρόνια και μέσα από χιλιάδες φωτογραφικές λήψεις την πόλη του Παρισιού και θα αποκτήσει ένα είδος εξειδίκευσης στον εν λόγω τομέα[11]

Ο Atzet είναι ο καλλιτέχνης που ανακαλύπτει τον σουρεαλισμό, αφού χρησιμοποιεί το φωτογραφικό μέσο με πλήρη συνείδηση της έκτασης των ικανοτήτων του ήδη από το 1900. Για την εποχή του είναι πρωτοπόρος με απόλυτη ταπεινότητα αλλά και οξύνοια στο έργο του. Μία πόρτα ελάχιστα ανοιχτή, ένα υπερφωτισμένο στοιχείο, η κίνηση ενός αγάλματος, ή το παράλογο μίας κατασκευής. Εικόνες απόλυτα ανοιχτές καλλιτεχνικά, μακριά από συμβολισμούς και ευκολίες[12]. Αποτελούν έργα ήπια αλλά και για αυτό έργα ικανά να μεταδώσουν βαθιά φωτογραφική συγκίνηση. Αυτή η εμπειρία είναι πρωτότυπη και δομικά μπλεγμένη με τον χαρακτήρα του μέσου.

Ο Αtzet[13] είναι ο πρώτος που απεικονίζει τη γοητεία της φωτισμένης βιτρίνας. Σήμερα, δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην τη νιώθει, όμως τότε στο γύρισμα του 19ου στον 20ό αιώνα, το παρισινό Μπον Μαρσέ, ανάλογο των σημερινών πολυκαταστημάτων, σπέρνει τους σπόρους του καταναλωτισμού με το πλήθος των αγαθών του, της αγοράς δηλαδή για χάρη της απόκτησης και όχι για την ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών. O Αtzet θέλει να το αποτυπώσει αυτό και οι φωτογραφίες του με τις ντυμένες κούκλες, τα άφθαστης σαγήνης αυτά πρότυπα της γυναίκας, απρόσιτα πίσω από τη βιτρίνα και προσιτά μόνο στα μάτια, είναι τα πρώτα, εκτός τέχνης, ξεστρατίματα του ερωτισμού σε σφαίρες ιδεατές και αφύσικες. Κατόπιν έρχονται ο Μan Ray και ο Dali που αποθεώνουν ερωτικά τις κούκλες της βιτρίνας, γυμνές, ντυμένες, μασκοφορεμένες ή φυλακισμένες.

Παρατηρώντας κανείς τις εικόνες από το «παλιό Παρίσι», προσέχει ότι υπάρχει ένα στοιχείο πιο ενδιαφέρον από «το Παρίσι που χάνεται». Βλέπει την αφορμή που έγιναν οι φωτογραφίες, και αυτό είναι το κάδρο και οι επιλογές της γωνίας λήψης. Εδώ ίσως να συναντάει κανείς την πιο πειραματική προσέγγιση που έχει ποτέ εμφανιστεί. Το μάτι του Atzet είναι αχόρταγο, θα μεταβεί από τα πολύ γενικά κάδρα στα πιο κοντινά – gross, αποκόπτοντας τα αντικείμενα από τον χώρο τους, αλλάζοντάς τους κλίμακα, τοποθετώντας τα σε ένα άλλο δισδιάστατο σύμπαν. Η φωτογραφία κλέβει την τρίτη διάσταση από τον κόσμο και αυτό πάντα θα παραμένει στον πυρήνα των αναζητήσεων των φωτογράφων. Για πρώτη ίσως φορά ο Αtzet, πριν προλάβει η κάμερα να κλέψει το βάθος, το κλέβει αυτός με τη μετωπική αντιμετώπιση των θεμάτων του. Υιοθετεί ίσως πρώτος, την απόλυτα καθαρή περιγραφή ως κύριο όπλο για την επίτευξη της υπέρβασης. Αποδυναμώνει κάθε πιθανή συναισθηματική φόρτιση παραμένοντας προσκολλημένος στην ίδια τη δύναμη του αντικειμένου[14].

Ο Atzet είναι ο μεγάλος μοντερνιστής του μέσου. Εάν δεν υπήρχε, δηλαδή εάν δεν ήταν καταγεγραμμένος ιστορικά, οι φωτογραφικές αξίες της δουλειάς του θα ανακαλύπτονταν από άλλους χειριστές του μέσου. Το έργο στο σύνολο του διερευνά όλες τις πτυχές ερωτημάτων που βάζει το ίδιο το φωτογραφικό μέσο. Για πρώτη φορά στην ιστορία το φως απεικονίζεται να συνομιλεί με τον ακινητοποιημένο χρόνο.

Η Αμερικανίδα φωτογράφος Berenice Abbott[15] τον γνωρίζει έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του στο Παρίσι, εκτιμά την αξία της εργασίας του, αλλά εξασφαλίζει και αρκετά αρνητικά και εκτυπώσεις του. Η Abbott, επί σειρά ετών προβάλλει το έργο του και συμβάλλει στην αναγνώρισή του ως σημαντικού έργου τέχνης, πέρα από την ιστορική του διάσταση, ως ντοκουμέντου για την πόλη του Παρισιού. Αγωνίστηκε κυριολεκτικά για το έργο του Atzet μέχρι το 1968, oπότε το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης αγοράζει τη συλλογή της Abbot και το 1985 παρουσιάζει μια τετράτομη συλλογή με θέμα την ζωή και το έργο του[16]. Η Berenice Abbott σχολίασε σχετικά: «Ήταν ένας ιστορικός πολεοδόμος, ένας Μπαλζάκ της κάμερας, από το έργο του οποίου μπορούμε να υφάνουμε ένα μεγάλο μωσαϊκό του γαλλικού πολιτισμού[17]».


Βασιλική Β. Παππά είναι Σύμβουλος Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού του ΚΕΣΥΠ Ηγουμενίτσας, συνεργάτης του ιστολογίου.

sharpdialogue.com



[1]  Το άρθρο προέρχεται από εργασία που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του μαθήματος «Ιστορία της Φωτογραφίας», με επιβλέποντα καθηγητή τον Πολυδεύκη Ασωνίτη, στο Τμήμα «Τέχνη Φωτογραφίας» του ΔΙΕΚ Ηγουμενίτσας.

[2]    Βλ. Γ.Καρπούζη, Eugene Atzet: Ένας άνθρωπος που έπρεπε να εφευρεθεί. Η συμμετοχή του Eugene Atzet στην ιστορία της τέχνης, στο «Περιοδικό για τη διατάραξη της κοινής ησυχίας», http://www.toperiodiko.gr/eugene-atget-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%AD%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%B5-%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CF%86%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%B5%CE%B8-2/#.WEu5OtKLTMw

[3]    Βλ. Γ.Καρπούζη ό.π.,

[4]    Βλ. Μ.Χατζηδάκη (Επιμ.), Eugene Atzet, «Άποψη της Notre Dame στο Παρίσι», http://www.haniotika-nea.gr/87822-fantastiko-mouseio/

[5]    Βλ. Γ.Χριστοδούλου, Flanerie και Φωτογραφία: Eugene Atzet,

http://giorgisflaneur.blogspot.gr/2011/01/flanerie-eugene-atzet.html

[8]    Βλ. Π.Χατζημανωλάκη, «Ντοκουμέντα»: η μετά θάνατον ανακάλυψη των φωτογραφιών του Ευγένιου Ατζέ, ο Γουώλτερ Μπένγιαμιν και ο Βενσάν, 12/12/2013,      https://polyhatj.wordpress.com/2013/12/12/%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1/comment-page-1/

[11]  Βλ. Μ.Χατζηδάκη, ό.π.,

[12]  Βλ. Γ.Καρπούζη, ό.π.,

[14]  Bλ. Γ.Καρπούζη, ό.π.,

[15]  Βλ. Α.Μποζώνη, Μάγιερ-Άμποτ: Σε αναζήτηση του πάθους που ενώνει δύο γυναίκες φωτογράφους. Οι φωτογραφίες της Βίβιαν Μάγερ και της Μπερενίς Άμποτ συνομιλούν στην έκθεση “Une fantastique passion”  στη γκαλερί Les Douches στο Παρίσι, στο Culture.gr, 19/10/2016, http://www.elculture.gr/blog/article/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CF%81-%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%84/