23 Δεκ. 2016

Δημήτρης Αγγελής

 

«Προτιμώ να μ’ εκτιμούν

παρά να μ’ αγαπούν»


«Για τον ποιητή, αλλά

και κάθε συγγραφέα,

η ίδια η ζωή είναι απωθημένο»

 

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Αγγελή, Ποιητή.


Επιμέλεια:

Βάσω Β. Παππά – Νικόλαoς Β. Παππάς*

vas_nikpap@yahoo.gr

 

Kύριε Αγγελή, πρόσφατα διαβάσαμε την ποιητική σας συλλογή «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου». Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτήν; Πώς προέκυψε;

Το βιβλίο μ’ αυτόν τον παράξενο, ομολογουμένως, τίτλο είναι αποτέλεσμα της κρίσης, δηλαδή και σκληρό είναι (όπως τα αληθινά παραμύθια κι ας απευθύνονται σε παιδιά) και ανατρεπτικό (όπως κάθε ποίημα). Θεωρώντας πως έχει κλείσει ένας ποιητικός κύκλος, όπου το βάρος έπεφτε στη σύνδεση μύθου-ιστορίας με την τριλογία «Μυθικά Νερά», «Επέτειος» και «Επαληθεύοντας τη νύχτα», ένιωθα ότι θα έπρεπε να κατευθυνθώ κάπου αλλού –γενικά, δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνω τις ήδη κατακτημένες μορφές ύφους. Ήρθε η κρίση και πλέον ένιωσα ότι υπάρχει ένα αίτημα να εκφραστούμε όλοι διαφορετικά, να μιλήσουμε γι’ αυτό που βιώνουμε. Αυτό με οδήγησε σε πιο εξπρεσιονιστικούς ή πιο υπερρεαλιστικούς τρόπους (ή και τα δύο μαζί), σκέφτηκα επίσης ότι έπρεπε να μιλήσω από τη σκοπιά του καθημερινού ανθρώπου –αν και ενέδρευε πάντα ο κίνδυνος να καταλήξω, συνομιλώντας σε ενεστώτα χρόνο με την ιστορία, να γράψω μια μαρτυρία και όχι μια ποιητική σύνθεση. Μάλιστα, στην αρχική σύλληψη του βιβλίου σχεδίαζα να γράψω 24 ποιήματα, όσα και τα γράμματα της αλφαβήτου και μάλιστα το πρώτο ποίημα να ξεκινά με μια λέξη από άλφα, το δεύτερο με λέξη από βήτα κ.ο.κ., και επιπλέον τα ποιήματα να παρακολουθούν έναν άνθρωπο από το πρωινό του ξύπνημα ως το χάραμα της επόμενης μέρας. Το σχέδιο για την αλφαβητική σειρά των ποιημάτων δεν μου βγήκε, ωστόσο υπάρχουν ποιήματα στα οποία διακρίνεται με σαφήνεια η πορεία από το ένα πρωί ως το επόμενο. Έτσι προέκυψε ένα βιβλίο μ’ ένα σιδερένιο κρεβάτι που μένει ξέστρωτο ως αργά, γιατί δίνει έτσι μια δεύτερη ευκαιρία στην αγάπη· μ’ ένα παιδί που ξαπλωμένο στην πλάτη μιας γάτας κρατάει απ’ το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του με μια κόκκινη κλωστή ένα σύννεφο· μ’ εκείνον τον ταξιτζή που ντύθηκε τον καπνό απ’ το τσιγάρο του εργάτη, πριν αναληφθεί κλπ. Πιστεύω ότι στη μάχη με την πραγματικότητα της κρίσης, η γοητεία της ποίησης, η γοητεία εκείνης της αριστοκρατικής ελάφου της κελτικής μυθολογίας, δεν χάθηκε. 

            

Με τον ζωγράφο Αλέκο Κυραρίνη, συνυπογράφετε το βιβλίο «Φως – Ζωή», ένα βιβλίο στο οποίο γίνεται ένας δημιουργικός διάλογος ανάμεσα στις δύο Τέχνες. Ο λόγος επιστρατεύεται για να αποδώσει την ζωγραφική και το αντίστροφο. Μιλήστε μας γι’ αυτόν τον διάλογο, γι’ αυτήν τη συνεργασία…

Στην ουσία πρόκειται για τον κατάλογο της κοινής μας Έκθεσης στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (17.10-5.11.2016), στην οποία η ζωγραφική σχολιάζει την ποίηση και το αντίστροφο. Η Έκθεση αυτή ήταν μια αληθινή πρόκληση και για τους δυο μας, με την έννοια ότι καθένας από την πλευρά του λειτούργησε όπως οι μεσαιωνικοί καλλιτέχνες που δέχονταν παραγγελίες με συγκεκριμένο θέμα. Το πρόβλημα που είχα προσωπικά ν’ αντιμετωπίσω ήταν πώς να συνομιλήσω με τα θρησκευτικά έργα του Κυραρίνη, με τέτοιο τρόπο ώστε τα δικά μου ποιήματα να μην είναι ξένα προς την σύγχρονη πραγματικότητα, δηλαδή να εκφράζουν μια αξίωση ζωής μέσα σ’ έναν υλιστικό κόσμο απουσίας. Έτσι προέκυψε μια σειρά δεκατριών ποιημάτων που βρίσκουν την αφορμή τους σε βιβλικά κείμενα, τα οποία μιλάνε για την πίστη ισορροπώντας μεταξύ παρουσίας και απουσίας. Για να το πω αλλιώς, νιώθω πως στα κείμενα αυτά προσπάθησα να στηρίξω μια βροχή πάνω σε μια ομπρέλα...

 

Ο Σιμωνίδης ο Κείος «τὴν μὲν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπῶσαν προσαγορεύει, τὴν δὲ ποίησιν ζωγραφίαν λαλοῦσαν» («ονομάζει την ζωγραφική ποίηση που σιωπά, και την ποίηση ζωγραφική που μιλά») (Πλούταρχος, Ηθικά 346f). Μήπως η συνύπαρξη των δύο Τεχνών είναι περιττή; Ή, κατά τη γνώμη σας, προσδίδει κάτι παραπάνω;

Ο Σιμωνίδης γράφει σε μια εποχή κατά την οποία τόσο η ποίηση όσο και η ζωγραφική χαρακτηρίζονταν σχεδόν αποκλειστικά από αφηγηματικότητα, κάτι που δεν ισχύει πια. Η μία Τέχνη δεν αποκλείει την άλλη, υπάρχουν άλλωστε πολλά και σημαντικά παραδείγματα συνύπαρξής τους  –θυμίζω, για παράδειγμα, τις εξαιρετικές εκδόσεις του Τεριάντ. Εξάλλου, στην περίπτωσή μας δεν πρόκειται για απλό αλληλοσχολιασμό. Η συνύπαρξη των ζωγραφικών έργων του Κυραρίνη, τα οποία επηρεάζονται από τη λαϊκή θρησκευτικότητα (χωρίς όμως να δεσμεύονται από αυτήν), με τα δικά μου μοντερνιστικά ποιήματα, δεν δίνει δύο παράλληλους μονολόγους αλλά μία νέα σύνθεση, ένα τρίτο έργο που, κατά τη γνώμη μας τουλάχιστον, παρουσιάζει ενδιαφέρον.    

 

Έχετε εκδώσει αρκετές ποιητικές συλλογές αλλά και επιστημονικά βιβλία. Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο σας επηρέασε και σας οδήγησε στη συγγραφή;

Έγραφα από μαθητής, ομολογώ όμως πως δεν θα είχα εξελιχθεί ανάλογα αν η «τύχη» δεν με έφερνε, μετά από σύσταση του καθηγητή μου στη Θεολογική Σχολή και ποιητή Π.Β. Πάσχου, να εργαστώ από το 1995 στο βιβλιοπωλείο των «Εκδόσεων των Φίλων» και της «Ευθύνης». Στη στοά της Πανεπιστημίου 10, όπου βρισκόταν το μικρό βιβλιοπωλείο, γνώρισα τον συγγραφέα Κώστα Ε. Τσιρόπουλο και ήρθα σε επαφή με τον κύκλο του περιοδικού «Ευθύνη», που υπήρξε για μένα μεγάλο σχολείο. Το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο, τη «Φιλομήλα» (1998), το παρέδωσα στον Τσιρόπουλο και όταν είδα τις παρατηρήσεις του έσχισα τα χειρόγραφα και το ξαναέγραψα από την αρχή. Τη συμβουλή που μου έδωσε, να μην ξαναδιαβάσω τα επόμενα 10 χρόνια Ελύτη την ακολούθησα κατά γράμμα και με ωφέλησε. Εκεί έμαθα να διαχωρίζω την ποίηση από τη στιχουργική, εκεί πρωτάκουσα και τα ονόματα σημαντικών ποιητών που με καθόρισαν στη συνέχεια γιατί αμέσως έτρεχα και προμηθευόμουν τα βιβλία τους: Δ.Π. Παπαδίτσας, Γ. Θέμελης, Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τ.Κ. Παπατσώνης, Γ.Θ. Βαφόπουλος, αλλά και Μαρκόπουλος, Βαρβέρης, Γκόρπας και τόσοι άλλοι. Στο βιβλιοπωλείο γνώρισα τον Κ. Δεσποτόπουλο, τον Χρήστο Μαλεβίτση, τον Παναγιώτη Τέτση και τον Πάρι Πρέκα, τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, τον Ορέστη Αλεξάκη, την Ιωάννα Τσάτσου, τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο, τον Κώστα Μιχαηλίδη, τον Κυριάκο Πλησή, την Όλγα Βότση, τον Ντίνο Δημόπουλο, τον Γιάννη Κοντό, την Ιουλία Ιατρίδη –για ν’ αναφέρω μόνο κάποιους που δεν ζουν πια. Ήμουν από τους τελευταίους τυχερούς που ανδρώθηκαν λογοτεχνικά μέσα σ’ έναν κύκλο προσωπικοτήτων, κειμένων, ιδεών, μετά χάθηκαν αυτού του είδους οι συλλογικότητες και μαθητείες και αντικαταστάθηκαν πρόσφατα από τις σχολές δημιουργικής γραφής. Κατά κάποιο τρόπο, προσπάθεια αναβίωσης αυτού του κλίματος συνιστούν οι συναντήσεις του Σαββάτου με τους συνεργάτες του περιοδικού «Φρέαρ».              

 

Ως παιδί, ποια ήταν τα πρότυπά σας;

Εμείς οι συγγραφείς είμαστε μυθοδίαιτα όντα, ανακαλύπτουμε πρότυπα ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχουν. Στον σημερινό αναγνώστη, ειδικά στους νεότερους, ορισμένα απ’ αυτά ίσως να μοιάζουν και αστεία: οι ήρωες του Εικοσιένα, για παράδειγμα, εγώ μεγάλωσα διαβάζοντας βιογραφίες τους, ή οι μεγάλοι εφευρέτες και θαλασσοπόροι –όταν έχεις ξεκοκαλίσει τον Ιούλιο Βερν δεν μπορείς να σκέφτεσαι διαφορετικά. Μεγαλώνοντας, όταν άρχισα να προσανατολίζομαι στη γραφή, οι Γάλλοι υπερρεαλιστές (μαζί βάζω και την εκρηκτική εποχή τους) και ύστερα η Γενιά του Τριάντα. Όταν ακούω σήμερα φιλολόγους ή κριτικούς να αμφισβητούν τη λογοτεχνική σημασία της τελευταίας, βγάζω τα συμπεράσματά μου ως προς την επάρκεια ή τις προθέσεις τους κι απομακρύνομαι.     

 

Είστε ευχαριστημένος από τη μέχρι τώρα πορεία σας; Πιστεύετε ότι έχετε τη θέση που σας αξίζει στον χώρο του βιβλίου;

Δεν διεκδικώ κάποια θέση, γι’ αυτά αποφασίζει ο χρόνος. Ούτε λειτουργώ ανταγωνιστικά ούτε κοιτάζω προς τα πίσω, ως γνωστόν συμβαίνει πάντοτε το καλύτερο βιβλίο σου να είναι το επόμενο, αυτό που γράφεις τώρα. Και γενικότερα, προτιμώ να μ’ εκτιμούν παρά να μ’ αγαπούν.  

 

Ως άνθρωπος των Γραμμάτων, παρακολουθείτε την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή; Εντοπίσατε κάποιο βιβλίο που σας εντυπωσίασε πραγματικά και θα θέλατε να το μοιραστείτε μαζί μας;

Αλίμονο αν δεν υπήρχαν έργα για να προσανατολίζουν τον ονειρισμό μας –και δεν εννοώ μόνο τους κλασικούς. Κατ’ αρχάς να πω ότι διαβάζω κυρίως δοκίμια και επιστημονικά βιβλία, φιλοσοφία, θεολογία και φιλολογικά, λιγότερο πεζογραφία κι ακόμα λιγότερο ποίηση –τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, ασχολούμαι κυρίως με ξένους ποιητές. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει σήμερα μια έκρηξη στο ελληνικό διήγημα πρωτίστως, αλλά και στην ποίηση, άλλωστε η μικρή φόρμα στην αφήγηση ποιητικίζει πλέον σκανδαλωδώς. Παρατηρείται μια μείξη των ειδών και η τάση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λ.χ. τα μικρά πεζά της Εύας Στεφανή ή της Ούρσουλας Φωσκόλου είναι δύσκολο να ταξινομηθούν επακριβώς. Επιπλέον, βλέπω και μια διαφορά στη νεότερη ποίηση: όταν ξεκινούσα εγώ να γράφω ποιήματα, οι ποιητικές συλλογές ήταν κυρίως συναθροίσεις ποιημάτων, ενώ σήμερα παρουσιάζονται φιλόδοξες συνθέσεις, όπως τα πρόσφατα βιβλία «Άλμπα» του Θωμά Τσαλαπάτη και «Παιχνιδότοπος» του Γιώργου Αλισάνογλου. Επίσης η κρίση βοήθησε στο να πάψει ο λογοτεχνικός αθηναιοκεντρισμός, σαφέστατα οι εκδότες εδράζονται κυρίως εδώ, όμως ορισμένοι από τους πιο αξιόλογους συγγραφείς που αναδείχτηκαν αυτή την περίοδο ζουν και εργάζονται στην περιφέρεια: ο Μακρόπουλος στη Λευκάδα, ο Παπαμόσχος στην Καστοριά, οι Συφιλτζόγλου και Πέτρου στη Δράμα... Να, λοιπόν, που ανέφερα και κάποια ονόματα συγγραφέων, αναζητήστε τα βιβλία τους.           

 

Τι σας αρέσει να κάνετε καθ’ υπερβολήν, όταν δεν γράφετε;

Κατ’ αρχάς γράφω μάλλον λίγο. Για να πούμε την αλήθεια, θεωρώ τον εαυτό μου τεμπέλη, πιστεύω πως δεν κάνω ούτε τα μισά απ’ όσα θα μπορούσα. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος που ασχολούμαι με το γράψιμο είναι μάλλον λίγος. Το μεγαλύτερο μέρος της μέρας το καταλαμβάνει η εργασία μου στο σχολείο (Νέα Γενιά Ζηρίδη) και η οικογένεια, κυρίως δηλαδή τα παιδιά των άλλων και τα δικά μου. Αν μένει χρόνος, διάβασμα, περίπατοι, φίλοι.  

 

Έχετε κάποιο απωθημένο; Κάτι που θα θέλατε να έχετε κάνει και δεν σας δόθηκε μέχρι σήμερα η ευκαιρία;

Για τον ποιητή, αλλά και κάθε συγγραφέα, απωθημένο είναι η ίδια η ζωή. Αν ήμασταν απόλυτα ικανοποιημένοι ή ευτυχείς, τότε δεν θα προσπαθούσαμε να καλύψουμε την αναντιστοιχία καθημερινότητας-επιθυμίας μέσω της γραφής, απλώς δεν θα γράφαμε... Και για να προλάβω την παρεξήγηση: αυτό δεν σημαίνει ότι ο ποιητής δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, σημαίνει απλώς ότι τις κακές του στιγμές τις εκφράζει διαφορετικά. Το αίσθημα μιας στιγμής είναι το ποίημα, όσο καιρό κι αν το επεξεργαζόμαστε. Κι ένα απωθημένο, με την ευρεία έννοια, είναι η ιδρυτική του αφορμή.    

 

Κλείνοντας, θα θέλαμε να μας πείτε τη γνώμη σας για την κατάσταση που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Έχετε οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα; Τι έφταιξε και η χώρα οδηγήθηκε σε αυτές τις ατραπούς;

Νομίζω πως τα αίτια είναι από καιρό γνωστά σε όλους μας, το πρόβλημα είναι ότι όταν φτάνει η ώρα ν’ αναλάβουμε τις προσωπικές μας ευθύνες όλοι αρχίζουμε να δείχνουμε αλλού. Κατά κάποιο τρόπο η αντίδραση αυτή μου θυμίζει τους μαθητές μου, τους ρωτάς αν φταίνε για κάποια αταξία και όλοι απαντούν «ναι, αλλά δεν ήμουν μόνο εγώ». Η νοοτροπία αυτή μας έχει γίνει βίωμα, είμαστε μάλιστα εξαιρετικοί στο να φτιάχνουμε ωραία ιδεολογικά περιτυλίγματα για την αυτοαθώωσή μας και την ψυχολογική ερμηνεία των αντιπάλων μας –κάτι πολύ σημαντικό, ασφαλώς, γιατί έτσι ορίζουμε και την ταυτότητά μας. Κι επειδή η επανοριοθέτηση μιας νέας ελληνικής (ή ό,τι άλλο) ταυτότητας δεν είναι εύκολη υπόθεση, καταφεύγουμε στα εύκολα τσιτάτα: η κρίση είναι πολιτισμική, όλα είναι θέμα παιδείας κ.λπ., φράσεις που σαφώς είναι αληθινές αλλά μένουν μόνο φράσεις γιατί δεν πάμε βαθύτερα. Τον πρώτο καιρό έμπαινα στον πειρασμό και σχολίαζα, όπως πολλοί, στην αρένα του facebook, μετά όμως κατάλαβα ότι όλο αυτό το ξόδεμα είναι μάταιο –ό,τι είχα άλλωστε να πω, το είπα στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο μου. Όσο για εκείνους που αγωνιούν για τον ρόλο των πνευματικών ανθρώπων (κι αυτό μετάθεση ευθύνης είναι), ας προσπαθήσουν πρώτα να γίνουν οι ίδιοι πνευματικότεροι. Θα είναι καλύτερο για όλους μας.         

 

Σας ευχαριστούμε πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ.

 

Λίγα λόγια για τον Δημήτρη Αγγελή

Ο Δημήτρης Αγγελής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Είναι πτυχιούχος Θεολογίας και Διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καθηγητής της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Νέα Γενιά Ζηρίδη). Ποιητής και Δοκιμιογράφος. Διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Ευθύνη» (2010-2013) και από τον Μάιο του 2013 μέχρι σήμερα του περιοδικού «Φρέαρ». Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μελέτες και διηγήματα. Το 2008 τιμήθηκε με το Βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική του συλλογή «Επέτειος», που κυκλοφορεί και στα ισπανικά, σε μετάφραση της Virginia López Recio.


 

* Η Βάσω Β. Παππά είναι Ποιήτρια, Δημοσιογράφος, συνεργάτης του ιστολογίου.

  O Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς είναι Αρχαιολόγος, συνεργάτης του ιστολογίου.

sharpdialogue.com