19 Φεβ. 2017

«Το αληθινό πάθος της ζωής είναι να γεύεσαι ό, τι σου αρέσει,

τη στιγμή που το θέλεις, να μπορείς να το εκτελείς […]»

 


Συνέντευξη με την Άννα Νικολαΐδη, Δημοσιογράφο-Ποιήτρια.


 

Επιμέλεια

Βάσω Β. Παππά*

vas_nikpap@yahoo.gr

 

Κυρία Νικολαΐδη, γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στην Αθήνα. Τι θυμάστε με νοσταλγία από τα παιδικά σας χρόνια; Πόσο συνέβαλε η οικογένειά σας στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σας;

Η οικογένεια κάθε ανθρώπου πάντα συμβάλλει στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς του και μάλιστα αυτό διαφαίνεται από τις εμπειρίες του και τα παιδικά του χρόνια. Όπως είναι φυσικό βέβαια, και στη δική μου περίπτωση η οικογένειά μου έβαλε τον θεμέλιο λίθο στην προσωπικότητά μου.

 

Νοσταλγείτε το παρελθόν ή ακολουθείτε το παράδειγμα του Νίτσε, ο οποίος υποστήριξε πως το να σβήνεις τις αναμνήσεις σε βοηθάει να γεύεσαι τα ίδια πράγματα σαν να ήταν η πρώτη φορά;

Είναι αλήθεια ότι το παρελθόν δεν είναι κακός οδηγός, βοηθά στο να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη στο μέλλον μας. Ουσιαστικά γεύεσαι τα ίδια πράγματα, αν τα επιλέξεις βέβαια να τα επαναλάβεις, αλλά με άλλο μυαλό, με άλλη επιλογή κουμπιού, με μεγαλύτερη σωφροσύνη και σύνεση πράξεως. Τα γεύεσαι σαν να είναι η πρώτη φορά λοιπόν…

 

Δημοσιογράφος, Ποιήτρια και υποψήφια Διδάκτωρ του Ε.Κ.Π.Α.. Τι σας αρέσει περισσότερο απ’ όλα αυτά; Αισθάνεστε διαφορετική;

Δεν αισθάνομαι διαφορετική κάνοντας τόσα πράγματα μαζί· εξάλλου από μικρή έκανα ταυτόχρονα πολλά πράγματα, κάτι που δεν κατορθώνουν πολλοί. Δεν θα διαχωρίσω τίποτα από τα τρία, καθώς και τα τρία ως ιδιότητες σηματοδοτούν διαφορετικές περιόδους της ζωής μου, η μια μπαίνει μέσα στην άλλη, γεννιέται μέσα στην άλλη και συνυπάρχουν. Και οι τρεις ιδιότητες με γεμίζουν απεριόριστα.

 

Για τρίτη συνεχή χρονιά προβάλλεται από το κανάλι Extra TV η εκπομπή σας «Ανάδειξέ το». Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτή;

Ναι είναι ένα πολυθεματικό μαγκαζίνο, αξιοπρεπές, σοβαρό, ερευνητικό, πολυδιάστατο με πολιτιστικό χαρακτήρα, με ιατρικά θέματα, με πανεπιστημιακούς, με ποιητές, συγγραφείς, ερευνητές, αξιόλογους επιχειρηματίες, κλπ. Ήταν ένα όνειρο ζωής το να γίνει και έγινε και, έως τώρα, έχει πάει πολύ καλά, ο κόσμος το έχει αγκαλιάσει ιδιαίτερα και μάλιστα όλες οι ηλικίες. Το «ΑΝΑΔΕΙΞΕ ΤΟ» θέλει να αναδείξει προσωπικότητες, χαρακτήρες, πολιτισμούς, βιβλία, στοιχεία συγγραφέων, ποιητών, πολιτικών, έρευνα, έρευνα ιατρική, χώρους πολιτιστικούς, μουσεία, ιδρύματα, ξενοδοχεία.

 

Η  εκπομπή σας αναμεταδίδεται σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου. Αν σας ζητούσα να μας πείτε ποια υπήρξε η πιο συγκινητική στιγμή που έχετε ζήσει μέχρι σήμερα, ποια θα ήταν;

Δεν μπορώ να διαχωρίσω ποια είναι η πιο συγκινητική στιγμή που έχω ζήσει μέσα στο «ΑΝΑΔΕΙΞΕ ΤΟ», αλλά σίγουρα μπορώ να πω ότι στα backstage είχα πολλές αστείες στιγμές που έζησα και ζω ακόμη λόγω της ιδιαιτερότητας των γυρισμάτων και των πολλών καλεσμένων της εκπομπής.

 

Θα θέλατε να μας μιλήσετε για την ποιητική σας συλλογή που φέρει τον τίτλο «Σκέψεις και λέξεις»; Τι θέλετε να προβάλλετε μέσα από τη συλλογή σας;

Αυτό που ακριβώς λέει ο τίτλος, σκέψεις και λέξεις αποτυπωμένες σε ποίηση, απλά αυτό ήθελα να εκφράσω, τίποτα περισσότερο. Πρόσφατα δε το «ζωή» και το «προδοσία» μελοποιήθηκαν σε μουσική Αναστάσιου Στέλλα και εκτέλεση Μαρίας Λυμπεράκου.

 

Με τη συγγραφή εκτίθεται η ψυχή του ποιητή. Εξαιτίας αυτού, έχετε αισθανθεί πιο ευάλωτη στα μάτια των οικείων σας προσώπων;

Όχι, δεν θεωρώ ότι κάποιος που γράφει ποίηση εκτίθεται, ούτε ότι γίνεται ευάλωτος στα μάτια οικείων προσώπων, εξάλλου το κοινό του ποιητή δεν διαχωρίζεται σε οικείους και μη οικείους, όλοι οι αναγνώστες είναι ένα στην περίπτωσή του. Η ψυχή του ποιητή βγαίνει μέσα από τα ποιήματά του, βγαίνει προς τα έξω και αγκαλιάζει τις άλλες ψυχές, αυτές των αναγνωστών του και γίνεται ένα με αυτές. Αυτός είναι ο σκοπός του ποιητή: η επικοινωνία.

 

Ποια στοιχεία πρέπει να έχει σήμερα ένα ποίημα για να αγγίξει την ψυχή του αναγνωστικού κοινού;

Αλήθεια, σεβασμό, πόνο, αγάπη, συναίσθημα, πρωτοτυπία και δύναμη ψυχής.

 

Τι σας αρέσει να διαβάζετε από ελληνική και ξένη ποίηση;

Προσωπικά διαβάζω ελληνική ποίηση και δη των ποιητών που έρχονται στην εκπομπή μας, οι οποίοι μου δίνουν πολύ ωραία πονήματα ποιητικά, τα οποία τιμώ δεόντως. Ξένη δεν έχει τύχει, ίσως διαβάσω στο μέλλον σε μεταφρασμένο ελληνικό κείμενο.

 

Κλείνοντας, θα ήθελα να μας πείτε, πού κρύβεται το αληθινό πάθος της ζωής;

Το αληθινό πάθος της ζωής είναι να γεύεσαι ό, τι σου αρέσει, τη στιγμή που το θέλεις, να μπορείς να το εκτελείς, αλλά και να κάνεις ταυτόχρονα πολλά πράγματα για να περνάς καλά μέσα από αυτά. Αυτό είναι πάθος και δύναμη για μένα.

 

Σας ευχαριστούμε πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ.

 

Λίγα λόγια για την Άννα Νικολαΐδη

Η Άννα Νικολαΐδη σπούδασε Γαλλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.). Για μικρή χρονική περίοδο υπήρξε εθελόντρια στα γραφεία του Ο.Η.Ε. στην Ελλάδα, ενώ είναι μέλος πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και συλλόγων από το 1993 και μετά. Κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων φιλοσοφίας και οικονομικών, υποψήφια Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του E.K.Π.Α., πρωτοτυπεί κάνοντας ντοκιμαντέρ το βιβλίο της με τίτλο «Μετανάστες Εθελοντισμός και Προσφορά», ενώ ετοιμάζει ένα δεύτερο ντοκιμαντέρ, πιο επίκαιρο από ποτέ, με τίτλο «Η νόσος της οικονομικής λιτότητας: Φτώχεια». To 2016 δημοσιεύεται η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σκέψεις και λέξεις». Πρόσφατα, βραβεύτηκε από το Ελληνικό Ινστιτούτο Επιχειρηματικής Ηθικής για 3η συνεχή χρονιά για την εργασία της με θέμα «Επιχειρηματική Ηθική για Βιώσιμη Οικονομική Ανάπτυξη». Παραγωγός, Δημοσιογράφος και Παρουσιάστρια της εκπομπής «Ανάδειξέ το», η οποία προβάλλεται κάθε Τρίτη στις 09.00 στο Extra Tv με μεγάλη επιτυχία για 3η συνεχή χρονιά. 


 

* Η Βάσω Β. Παππά είναι Ποιήτρια, Δημοσιογράφος, συνεργάτης του ιστολογίου.

 

sharpdialogue.com

19 Ιαν. 2017

 

 «Η όποια επιτυχία στην ζωή […]

θέλει σχεδιασμό, δουλειά,

υπομονή και επιμονή»


 

Συνέντευξη με τον Ευριπίδη Μακρή, Συγγραφέα.

 


Επιμέλεια:

Βάσω Β. ΠαππάΝικόλαoς Β. Παππάς*

vas_nikpap@yahoo.gr

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας νεαρός που ήθελε να κάνει κάτι στην ζωή του… Θέλατε να γίνετε συγγραφέας από μικρός;

Το φθινόπωρο του 1940, τις μέρες που πιάστηκε ο πόλεμος, ξεκίνησα το Δημοτικό σχολείο στο χωριό μου, στο Κουκούλι Ζαγορίου· δεν είχα κλείσει καν τα έξι χρόνια. Τελείωσα το 1946. Όλα μου τα μαθητικά χρόνια ήταν χρόνια Κατοχής και πολέμου. Το μόνο μου όνειρο, όταν τέλειωσα το Δημοτικό, ήταν να πάω στο Γυμνάσιο. Δεν υπήρχαν άλλα όνειρα για μας εκείνη την περίοδο. Δεν πήγα τη χρονιά που τελείωσα. Πραγματοποίησα αυτή μου την επιθυμία έναν χρόνο αργότερα, το 1947. Έδωσα εξετάσεις στη Ζωσιμαία Σχολή και κατόπιν, τον ίδιο χρόνο, πήρα αποδεικτικό μετεγγραφής για το Γυμνάσιο της Ηγουμενίτσας. Περί συγγραφής δεν υπήρχε καμιά σκέψη εκείνα τα χρόνια. Στα 33 μου άρχισα να αρθρογραφώ σε εκπαιδευτικά περιοδικά, «Το  Σχολείο και το Σπίτι» και «Σχολείο και Ζωή». Από τότε δεν σταμάτησα το γράψιμο. Το πρώτο μου βιβλίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1973.

 

Τα παιδικά σας χρόνια ήταν ανέμελα; Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο που σας έχει μείνει από τότε; Τι θυμάστε;

Υποθέτω, πως κανένας της δικής μου γενιάς δεν είχε ανέμελα παιδικά χρόνια, αφού ζήσαμε, από την ηλικία των 5-6 ετών, σε μια εποχή εμπόλεμη, με όλα τα δεινά που υπέστη η πατρίδα μας τη δεκαετία του ’40 (πόλεμος με τους Ιταλούς, Κατοχή, Εμφύλιος). Είναι πάρα πολλά τα βιώματα των παιδικών μου χρόνων, που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου και –μπορώ να πω – αυτά τα χρόνια έδωσαν την «ζύμη» και το υλικό να γράψω και μερικά από τα διηγήματα που συμπεριλαμβάνονται στις «Ασημένιες Χάντρες», όπως και το μυθιστόρημα «Ο Δραπέτης».

 

Τι είναι για σας η συγγραφή και πότε ξεκίνησε η σχέση σας μαζί της; Μπορεί το γράψιμο να είναι  ένας «δρόμος σωτηρίας»;

Η συγγραφή για μένα είναι ένα ξεχωριστό και υπέροχο κομμάτι της ζωής μου. Συνυπήρξε μαζί με το κυρίως διδακτικό μου έργο ως δασκάλου από τα πρώτα κιόλας χρόνια της διδασκαλικής μου πορείας. Ήταν ένας δρόμος που τον ακολούθησα συνειδητά. Έγραφα και συνεχίζω να γράφω χωρίς άγχος και χωρίς να βιάζομαι. Νιώθω αληθινή ευχαρίστηση με το γράψιμο, γιατί είναι μια δουλειά που δεν σου επιβάλλεται από κάποιον. Δημιουργείς και προσφέρεις. Όποιος γράφει, δεν γράφει μονάχα για τον εαυτό του, από εσωτερική ανάγκη έκφρασης. Η προσφορά στον αναγνώστη είναι σημαντική, αν φυσικά αυτά που βγάζεις στη δημοσιότητα έχουν αξία, γιατί υπάρχουν και «σκουπίδια»!

 

Σε ποιους, κυρίως, απευθύνεστε;

Και τα βιβλία μου και τα άρθρα μου –περισσότερα τα άρθρα από τα βιβλία– είναι ποικίλου περιεχομένου. Είναι εκπαιδευτικά–σχολικά, λαογραφικά, ιστορικά, τοπικής ιστορίας, λογοτεχνικά. Συνεπώς, είναι μια μεγάλη γκάμα αναγνωστών, ανάλογα με το περιεχόμενο.

Τα εκπαιδευτικά-σχολικά («Γραμματική», «Ωδική Ανθολογία», «Τα Χριστιανόπουλα», «100 Σχολικά Τραγούδια», «Η Εκπαίδευση των Ελληνόπουλων στη Γερμανία») απευθύνονται κυρίως σε εκπαιδευτικούς και μαθητές. Τα Λαογραφικά μου, τα πιο πολλά, αναφέρονται στους Σαρακατσαναίους («Ζωή και Παράδοση των Σαρακατσαναίων», «Σαρακατσάνικα Τραγούδια», «Οι Σαρακατσάνοι της Βουλγαρίας»). Τα ιστορικά απευθύνονται σε όλους. «Η Ελληνική Μυθολογία», είναι ένα πολύ δυνατό βιβλίο που μπορούν να το διαβάσουν οι πάντες. «Η Ήπειρος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα» εκδόθηκε το 2013, στην επέτειο των 100 χρόνων από την Απελευθέρωση, είχε τεράστια απήχηση στους απανταχού Ηπειρώτες. Μεγάλης αποδοχής έτυχε το βιβλίο μου «Τα Ζαγοροχώρια» (1996) που κυκλοφόρησε σε 7.000 αντίτυπα. Τα πιο πολλά βιβλία μου είναι ερευνητικά. Απαιτούν έρευνα και μεγάλη προσοχή σε σχέση πάντα με τα στοιχεία που δίνονται στους αναγνώστες. Όλα τα βιβλία μου, χωρίς εξαίρεση, είχαν πολύ καλές κριτικές. Χάρις στο βραβευμένο βιβλίο μου «Ζωή και Παράδοση των Σαρακατσαναίων» (1990), είχα την τιμή να προσκληθώ από πολλούς Συλλόγους ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό, για να μιλήσω για τους Σαρακατσάνους. Τον Δεκέμβριο του 2000 προσκλήθηκα από την Ομοσπονδία Σαρακατσάνων Βουλγαρίας (αυτή η ομιλία μου στάθηκε η αφορμή να πάω το 2005 στη Βουλγαρία για να γράψω το βιβλίο μου «Οι Σαρακατσάνοι της Βουλγαρίας», 2008). Τον Μάιο του 2001 πήγα στην Κοπεγχάγη, προσκεκλημένος από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης. Τελούσε το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης πνευματικό μνημόσυνο στα 40χρονα από τον θάνατο του Κάρστεν Χέιγκ, του ελληνιστή και φιλέλληνα, που είχε γράψει το 1926 το βιβλίο του για τους Σαρακατσάνους της Ηπείρου (είχε ζήσει για τρεις μήνες το 1922 με τους Σαρακατσάνους του Ζαγορίου).

 

Για το συγγραφικό σας έργο βραβευτήκατε από:

  • την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία,
  • το Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων,
  • την Ακαδημία Κοινωνικών, Εθνικών και Πολιτιστικών Σχεδιασμών (Academy of Social National and Cultural Planning),
  • την Ομοσπονδία Ραδοβυζινών Άρτας.

Ποια θεωρείτε μεγαλύτερη διάκριση;

Είναι μια δύσκολη απάντηση. Είναι σαν να με ρωτάτε, ποιο από τα παιδιά μου αγαπάω περισσότερο. Το καθένα έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Η Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία με βράβευσε για το βιβλίο μου «Ζωή και Παράδοση των Σαρακατσαναίων», το Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων για το συγγραφικό μου έργο και για τη γενικότερη προσφορά μου στους Σαρακατσάνους. Ήμουν για 4 θητείες Πρόεδρος στην Αδελφότητα Σαρακατσάνων Ηπείρου και συμμετείχα σε πολλά συνέδρια με κορυφαίο το Α΄ Συνέδριο Σαρακατσαναίων Ελλάδος και Διασποράς που έγινε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1996. Ήμουν ένα από τα πέντε μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής του Συνεδρίου (Τζον Κάμπελ, Καθηγητής Κοινωνιολογίας Cambridge, Άρης Πουλιανός, Aνθρωπολόγος, Νέλλη Μελίδου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Νικόλαος Μουτσόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ευριπίδης Μακρής, Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας). Η Ακαδημία Κοινωνικών, Εθνικών και Πολιτιστικών Σχεδιασμών ιδρύθηκε το 1977 στη Γερμανία από μια ομάδα Ελλήνων επιστημόνων και με βράβευσε, όταν είχα πια επιστρέψει στην Ελλάδα, για το έργο μου στα Ελληνικά Σχολεία του Βούπερταλ, γιατί είχα σταθεί δίπλα στους αγώνες των συμπατριώτων μας για την ίδρυση εκεί Ελληνικού Σχολείου. Είναι μια διάκριση πράγματι ξεχωριστή. Όσο για τη βράβευσή μου από την Ομοσπονδία Ραδοβυζινών Άρτας, έγινε ύστερα από την αφυπηρέτησή μου, διότι στο Ραδοβίζι είχα υπηρετήσει τα πρώτα επτά χρόνια από του διορισμού μου. Κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι, παρόλο που ήμουν ξένος στον τόπο τους και είχα προ πολλού φύγει, δεν με ξέχασαν…

 

Ποιο είναι το τίμημα της καλής πορείας της διαδρομής σας; Nιώθετε ότι στερηθήκατε πολλά κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας;

Είχα πράγματι μια καλή πορεία στη διδασκαλική μου διαδρομή. Πέτυχα αρκετά από όσα έχει κατά νου ένας νέος δάσκαλος που έχει φιλοδοξίες να ανεβεί και να διακριθεί στον κλάδο του. Η μετεκπαίδευσή μου στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης (Μ.Δ.Δ.Ε.) μου έδωσε το δικαίωμα να συμμετάσχω στον διαγωνισμό του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.) για μεταπτυχιακές σπουδές. Είναι αλήθεια ότι αυτή μου η επιτυχία δεν ήταν προγραμματισμένη. Ήρθε στην πορεία… Μόλις τελείωσα τη μετεκπαίδευση, προκηρύχθηκε και ο διαγωνισμός. Πέτυχα και πήγα στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο του Ντούισμπουργκ και στη συνεχεία πήρα απόσπαση για τα σχολεία της Γερμανίας. Επιστρέφοντας, τοποθετήθηκα στα Πρότυπα της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας (Ζ.Π.Α.) και από εκεί στη Θεσπρωτία ως Σχολικός Σύμβουλος. Όλα αυτά τα χρόνια, είχα παράλληλα σαν πάρεργο τη συγγραφή, που συνεχίζεται ακόμα και τώρα. Η όποια επιτυχία στην ζωή έχει γενικά κανόνες: Θέλει σχεδιασμό, δουλειά, υπομονή και επιμονή. «Κόποις κτῶνται τ’ ἀγαθά». Δεν νιώθω ότι στερήθηκα κάτι· ούτε ότι έχω θυσιάσει πράγματα από την ζωή μου. Απεναντίας, ένιωθα ικανοποίηση, κάθε φορά που το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μου ήταν θετικό. Όπως ικανοποίηση νιώθω και για κάθε βιβλίο μου που «γεννιέται» και κυκλοφορεί.

 

Υπηρετήσατε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση ως Δάσκαλος και Σχολικός Σύμβουλος για πολλά χρόνια. Σήμερα, πώς βλέπετε τα πράγματα στην Εκπαίδευση;

Τα εκπαιδευτικά πράγματα σήμερα μικρή σχέση έχουν με τη δική μου εποχή, ως μαθητής, σπουδαστής και δάσκαλος. Είναι πολλά που άλλαξαν προς το καλύτερο. Υπάρχουν όμως και αρκετά αρνητικά. Τότε, οι εισιτήριες εξετάσεις για τις ανώτερες και ανώτατες σχολές ήταν για την κάθε σχολή ξεχωριστές. Οι σπουδές των δασκάλων στις Ακαδημίες ήταν διετείς. Σήμερα, οι δάσκαλοι έχουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Και αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Λείπει όμως από τους σημερινούς δασκάλους ο ενθουσιασμός, ο ζήλος ότι επιτελούν λειτούργημα. Ο δάσκαλος έγινε καθαρά δημόσιος υπάλληλος ωραρίου. Όμως ο ρόλος του δεν είναι αυτός· ο δάσκαλος διαπαιδαγωγεί, πλάθει ψυχές, άρα είναι λειτουργός αγωγής και εκπαίδευσης. Φυσικά και υπάρχουν πολλοί που νιώθουν και λειτουργούν έτσι. Αλλά τι κάνει η πλειονότητα; Εμείς αποφοιτήσαμε από τις Ακαδημίες, έχοντας ενστερνισθεί την ιδέα ότι θα επιτελέσουμε λειτούργημα. Κάναμε το δεύτερο έτος πρακτική διδασκαλία σε όλα τα μαθήματα στα σχολεία και, όταν διοριστήκαμε στα μονοθέσια, είχαμε 36 ώρες μάθημα την εβδομάδα, συμπεριλαμβανομένου και του Σαββάτου. Το πενθήμερο καθιερώθηκε το 1971, μια αλλαγή φυσικά θετική και για τους μαθητές και για τους δασκάλους. Το πρόγραμμα όμως των μαθητών είναι βεβαρημένο. Η ύλη των μαθημάτων είναι πολλή. Δεν μπορώ όμως να μη σταθώ και στα θετικά, όπως στην εισαγωγή δασκάλων Ειδικοτήτων (Γυμναστές, Τεχνικοί, Ξένων Γλωσσών), αλλά και στη βελτίωση των σχέσεων δασκάλων-μαθητών. Σε πολλά σχολεία της δικής μου εποχής ο δάσκαλος σαν παιδαγωγικό μέσο χρησιμοποιούσε την «αγία ράβδο»! Σήμερα, η συμπεριφορά των δασκάλων προς τους μαθητές τους είναι η πρέπουσα, αν και πάντοτε εξαιρέσεις θα υπάρχουν… Εκεί που –κατά τη γνώμη μου– χωλαίνει το σύστημα, είναι στο θέμα της αξιολόγησης· μια αξιολόγηση, που πολέμησαν, μέσω των συνδικαλιστών, οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί. Στην ζωή, και στο σχολείο και παντού, υπάρχουν οι άριστοι, οι καλοί και οι μέτριοι. Ως εκ τούτου, πρέπει όλοι να αξιολογούνται, όπως και οι μαθητές. Δεν γίνεται να εισάγονται στα ΑΕΙ ή ΤΕΙ υποψήφιοι με βαθμό κάτω από τη βάση… Σοβαρότατο μειονέκτημα…

 

Μετά τα διηγήματα «Ασημένιες Χάντρες» τι ακολουθεί; Έχετε σχεδιάσει το επόμενο βήμα σας;

Μετά από κάθε έκδοση ενός βιβλίου μου, σχεδιάζω και γράφω το επόμενο. Και τώρα που μιλάμε, υπάρχει κάτι τελειωμένο· επειδή όμως δεν ξέρω, αν θα μπορέσω να το εκδώσω, θα μου επιτρέψετε να μην ανακοινώσω το θέμα του. Υπάρχει τεράστια δυσκολία διακίνησης στην περίοδο που διανύουμε και πάντα μια έκδοση στοιχίζει αρκετά… Και στις μέρες μας τα χρήματα δεν περισσεύουν…

 

Τι προσδοκάτε να σας φέρει η καινούργια χρονιά; Σε έναν μικρό απολογισμό του 2016, ποιες θεωρείτε επιτυχίες σας;

Το μόνο πράγμα που προσδοκώ και εύχομαι είναι να έχουμε όλοι υγεία. Δεν προσδοκώ τίποτε παραπάνω. Όσον αφορά στο απερχόμενο έτος, πράγματι έφερα εις πέρας μια σημαντική δουλειά. Δημιούργησα ένα έργο χαρακτικής λιθογραφίας. Χάραξα σε 29 πλάκες αποσπάσματα από την Αγία Γραφή και τις εντοίχισα σε ένα λίθινο μνημείο λίγο έξω από το χωριό μου. Βέβαια ο κόσμος ακόμη δεν το είδε, καθώς το έργο ολοκληρώθηκε μόλις στα τέλη του Οκτώβρη.

 

Σας ευχαριστούμε που μας δώσατε την ευκαιρία να κάνουμε μια τόσο ευχάριστη συζήτηση...

Εγώ σας ευχαριστώ. Νιώθω πραγματικά πολύ ευτυχής που σας γνώρισα. Να ξέρετε ότι έχετε την εκτίμησή μου.

 

Λίγα λόγια για τον Ευριπίδη Μακρή

Ο Ευριπίδης Μακρής γεννήθηκε στην Ήπειρο, στο Κουκούλι Ζαγορίου. Σπούδασε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία (Ζ.Π.Α.), από όπου αποφοίτησε με άριστα. Μετεκπαιδεύτηκε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης (Μ.Δ.Δ.Ε.) και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνική Παιδαγωγική με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.) στο Πανεπιστήμιο Duisburg. Υπηρέτησε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση ως Δάσκαλος και Σχολικός Σύμβουλος και έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια και ημερίδες σε θέματα Παιδαγωγικής και Λαογραφίας.

Έγραψε 18 βιβλία: σχολικά, ιστορικά, λαογραφικά, τοπικής ιστορίας της ιδιαίτερης πατρίδας του (Ζαγόρι), μελέτες, κριτικά δοκίμια, μυθιστορήματα, διηγήματα και πολλά άρθρα ποικίλου περιεχομένου που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες.

Για το συγγραφικό του έργο βραβεύτηκε από την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία και το Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων. Βραβεύτηκε επίσης για το πολιτιστικό, κοινωνικό και συγγραφικό του έργο από την Academy of Social National and Cultural Planning, καθώς και από την Ομοσπονδία Ραδοβυζινών Άρτας και τον Σύλλογο Σαρακατσαναίων Θεσπρωτίας.

Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών και Συγγραφέων και μέλος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Ηπείρου. Σήμερα είναι συνταξιούχος και ζει με την οικογένειά του στα Γιάννινα.


 

* Η Βάσω Β. Παππά είναι Ποιήτρια, Δημοσιογράφος, συνεργάτης του ιστολογίου.

  O Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς είναι Αρχαιολόγος, συνεργάτης του ιστολογίου.

sharpdialogue.com

23 Δεκ. 2016

 

«Προτιμώ να μ’ εκτιμούν

παρά να μ’ αγαπούν»


«Για τον ποιητή, αλλά

και κάθε συγγραφέα,

η ίδια η ζωή είναι απωθημένο»

 

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Αγγελή, Ποιητή.


Επιμέλεια:

Βάσω Β. Παππά – Νικόλαoς Β. Παππάς*

vas_nikpap@yahoo.gr

 

Kύριε Αγγελή, πρόσφατα διαβάσαμε την ποιητική σας συλλογή «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου». Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτήν; Πώς προέκυψε;

Το βιβλίο μ’ αυτόν τον παράξενο, ομολογουμένως, τίτλο είναι αποτέλεσμα της κρίσης, δηλαδή και σκληρό είναι (όπως τα αληθινά παραμύθια κι ας απευθύνονται σε παιδιά) και ανατρεπτικό (όπως κάθε ποίημα). Θεωρώντας πως έχει κλείσει ένας ποιητικός κύκλος, όπου το βάρος έπεφτε στη σύνδεση μύθου-ιστορίας με την τριλογία «Μυθικά Νερά», «Επέτειος» και «Επαληθεύοντας τη νύχτα», ένιωθα ότι θα έπρεπε να κατευθυνθώ κάπου αλλού –γενικά, δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνω τις ήδη κατακτημένες μορφές ύφους. Ήρθε η κρίση και πλέον ένιωσα ότι υπάρχει ένα αίτημα να εκφραστούμε όλοι διαφορετικά, να μιλήσουμε γι’ αυτό που βιώνουμε. Αυτό με οδήγησε σε πιο εξπρεσιονιστικούς ή πιο υπερρεαλιστικούς τρόπους (ή και τα δύο μαζί), σκέφτηκα επίσης ότι έπρεπε να μιλήσω από τη σκοπιά του καθημερινού ανθρώπου –αν και ενέδρευε πάντα ο κίνδυνος να καταλήξω, συνομιλώντας σε ενεστώτα χρόνο με την ιστορία, να γράψω μια μαρτυρία και όχι μια ποιητική σύνθεση. Μάλιστα, στην αρχική σύλληψη του βιβλίου σχεδίαζα να γράψω 24 ποιήματα, όσα και τα γράμματα της αλφαβήτου και μάλιστα το πρώτο ποίημα να ξεκινά με μια λέξη από άλφα, το δεύτερο με λέξη από βήτα κ.ο.κ., και επιπλέον τα ποιήματα να παρακολουθούν έναν άνθρωπο από το πρωινό του ξύπνημα ως το χάραμα της επόμενης μέρας. Το σχέδιο για την αλφαβητική σειρά των ποιημάτων δεν μου βγήκε, ωστόσο υπάρχουν ποιήματα στα οποία διακρίνεται με σαφήνεια η πορεία από το ένα πρωί ως το επόμενο. Έτσι προέκυψε ένα βιβλίο μ’ ένα σιδερένιο κρεβάτι που μένει ξέστρωτο ως αργά, γιατί δίνει έτσι μια δεύτερη ευκαιρία στην αγάπη· μ’ ένα παιδί που ξαπλωμένο στην πλάτη μιας γάτας κρατάει απ’ το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του με μια κόκκινη κλωστή ένα σύννεφο· μ’ εκείνον τον ταξιτζή που ντύθηκε τον καπνό απ’ το τσιγάρο του εργάτη, πριν αναληφθεί κλπ. Πιστεύω ότι στη μάχη με την πραγματικότητα της κρίσης, η γοητεία της ποίησης, η γοητεία εκείνης της αριστοκρατικής ελάφου της κελτικής μυθολογίας, δεν χάθηκε. 

            

Με τον ζωγράφο Αλέκο Κυραρίνη, συνυπογράφετε το βιβλίο «Φως – Ζωή», ένα βιβλίο στο οποίο γίνεται ένας δημιουργικός διάλογος ανάμεσα στις δύο Τέχνες. Ο λόγος επιστρατεύεται για να αποδώσει την ζωγραφική και το αντίστροφο. Μιλήστε μας γι’ αυτόν τον διάλογο, γι’ αυτήν τη συνεργασία…

Στην ουσία πρόκειται για τον κατάλογο της κοινής μας Έκθεσης στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (17.10-5.11.2016), στην οποία η ζωγραφική σχολιάζει την ποίηση και το αντίστροφο. Η Έκθεση αυτή ήταν μια αληθινή πρόκληση και για τους δυο μας, με την έννοια ότι καθένας από την πλευρά του λειτούργησε όπως οι μεσαιωνικοί καλλιτέχνες που δέχονταν παραγγελίες με συγκεκριμένο θέμα. Το πρόβλημα που είχα προσωπικά ν’ αντιμετωπίσω ήταν πώς να συνομιλήσω με τα θρησκευτικά έργα του Κυραρίνη, με τέτοιο τρόπο ώστε τα δικά μου ποιήματα να μην είναι ξένα προς την σύγχρονη πραγματικότητα, δηλαδή να εκφράζουν μια αξίωση ζωής μέσα σ’ έναν υλιστικό κόσμο απουσίας. Έτσι προέκυψε μια σειρά δεκατριών ποιημάτων που βρίσκουν την αφορμή τους σε βιβλικά κείμενα, τα οποία μιλάνε για την πίστη ισορροπώντας μεταξύ παρουσίας και απουσίας. Για να το πω αλλιώς, νιώθω πως στα κείμενα αυτά προσπάθησα να στηρίξω μια βροχή πάνω σε μια ομπρέλα...

 

Ο Σιμωνίδης ο Κείος «τὴν μὲν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπῶσαν προσαγορεύει, τὴν δὲ ποίησιν ζωγραφίαν λαλοῦσαν» («ονομάζει την ζωγραφική ποίηση που σιωπά, και την ποίηση ζωγραφική που μιλά») (Πλούταρχος, Ηθικά 346f). Μήπως η συνύπαρξη των δύο Τεχνών είναι περιττή; Ή, κατά τη γνώμη σας, προσδίδει κάτι παραπάνω;

Ο Σιμωνίδης γράφει σε μια εποχή κατά την οποία τόσο η ποίηση όσο και η ζωγραφική χαρακτηρίζονταν σχεδόν αποκλειστικά από αφηγηματικότητα, κάτι που δεν ισχύει πια. Η μία Τέχνη δεν αποκλείει την άλλη, υπάρχουν άλλωστε πολλά και σημαντικά παραδείγματα συνύπαρξής τους  –θυμίζω, για παράδειγμα, τις εξαιρετικές εκδόσεις του Τεριάντ. Εξάλλου, στην περίπτωσή μας δεν πρόκειται για απλό αλληλοσχολιασμό. Η συνύπαρξη των ζωγραφικών έργων του Κυραρίνη, τα οποία επηρεάζονται από τη λαϊκή θρησκευτικότητα (χωρίς όμως να δεσμεύονται από αυτήν), με τα δικά μου μοντερνιστικά ποιήματα, δεν δίνει δύο παράλληλους μονολόγους αλλά μία νέα σύνθεση, ένα τρίτο έργο που, κατά τη γνώμη μας τουλάχιστον, παρουσιάζει ενδιαφέρον.    

 

Έχετε εκδώσει αρκετές ποιητικές συλλογές αλλά και επιστημονικά βιβλία. Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο σας επηρέασε και σας οδήγησε στη συγγραφή;

Έγραφα από μαθητής, ομολογώ όμως πως δεν θα είχα εξελιχθεί ανάλογα αν η «τύχη» δεν με έφερνε, μετά από σύσταση του καθηγητή μου στη Θεολογική Σχολή και ποιητή Π.Β. Πάσχου, να εργαστώ από το 1995 στο βιβλιοπωλείο των «Εκδόσεων των Φίλων» και της «Ευθύνης». Στη στοά της Πανεπιστημίου 10, όπου βρισκόταν το μικρό βιβλιοπωλείο, γνώρισα τον συγγραφέα Κώστα Ε. Τσιρόπουλο και ήρθα σε επαφή με τον κύκλο του περιοδικού «Ευθύνη», που υπήρξε για μένα μεγάλο σχολείο. Το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο, τη «Φιλομήλα» (1998), το παρέδωσα στον Τσιρόπουλο και όταν είδα τις παρατηρήσεις του έσχισα τα χειρόγραφα και το ξαναέγραψα από την αρχή. Τη συμβουλή που μου έδωσε, να μην ξαναδιαβάσω τα επόμενα 10 χρόνια Ελύτη την ακολούθησα κατά γράμμα και με ωφέλησε. Εκεί έμαθα να διαχωρίζω την ποίηση από τη στιχουργική, εκεί πρωτάκουσα και τα ονόματα σημαντικών ποιητών που με καθόρισαν στη συνέχεια γιατί αμέσως έτρεχα και προμηθευόμουν τα βιβλία τους: Δ.Π. Παπαδίτσας, Γ. Θέμελης, Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τ.Κ. Παπατσώνης, Γ.Θ. Βαφόπουλος, αλλά και Μαρκόπουλος, Βαρβέρης, Γκόρπας και τόσοι άλλοι. Στο βιβλιοπωλείο γνώρισα τον Κ. Δεσποτόπουλο, τον Χρήστο Μαλεβίτση, τον Παναγιώτη Τέτση και τον Πάρι Πρέκα, τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, τον Ορέστη Αλεξάκη, την Ιωάννα Τσάτσου, τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο, τον Κώστα Μιχαηλίδη, τον Κυριάκο Πλησή, την Όλγα Βότση, τον Ντίνο Δημόπουλο, τον Γιάννη Κοντό, την Ιουλία Ιατρίδη –για ν’ αναφέρω μόνο κάποιους που δεν ζουν πια. Ήμουν από τους τελευταίους τυχερούς που ανδρώθηκαν λογοτεχνικά μέσα σ’ έναν κύκλο προσωπικοτήτων, κειμένων, ιδεών, μετά χάθηκαν αυτού του είδους οι συλλογικότητες και μαθητείες και αντικαταστάθηκαν πρόσφατα από τις σχολές δημιουργικής γραφής. Κατά κάποιο τρόπο, προσπάθεια αναβίωσης αυτού του κλίματος συνιστούν οι συναντήσεις του Σαββάτου με τους συνεργάτες του περιοδικού «Φρέαρ».              

 

Ως παιδί, ποια ήταν τα πρότυπά σας;

Εμείς οι συγγραφείς είμαστε μυθοδίαιτα όντα, ανακαλύπτουμε πρότυπα ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχουν. Στον σημερινό αναγνώστη, ειδικά στους νεότερους, ορισμένα απ’ αυτά ίσως να μοιάζουν και αστεία: οι ήρωες του Εικοσιένα, για παράδειγμα, εγώ μεγάλωσα διαβάζοντας βιογραφίες τους, ή οι μεγάλοι εφευρέτες και θαλασσοπόροι –όταν έχεις ξεκοκαλίσει τον Ιούλιο Βερν δεν μπορείς να σκέφτεσαι διαφορετικά. Μεγαλώνοντας, όταν άρχισα να προσανατολίζομαι στη γραφή, οι Γάλλοι υπερρεαλιστές (μαζί βάζω και την εκρηκτική εποχή τους) και ύστερα η Γενιά του Τριάντα. Όταν ακούω σήμερα φιλολόγους ή κριτικούς να αμφισβητούν τη λογοτεχνική σημασία της τελευταίας, βγάζω τα συμπεράσματά μου ως προς την επάρκεια ή τις προθέσεις τους κι απομακρύνομαι.     

 

Είστε ευχαριστημένος από τη μέχρι τώρα πορεία σας; Πιστεύετε ότι έχετε τη θέση που σας αξίζει στον χώρο του βιβλίου;

Δεν διεκδικώ κάποια θέση, γι’ αυτά αποφασίζει ο χρόνος. Ούτε λειτουργώ ανταγωνιστικά ούτε κοιτάζω προς τα πίσω, ως γνωστόν συμβαίνει πάντοτε το καλύτερο βιβλίο σου να είναι το επόμενο, αυτό που γράφεις τώρα. Και γενικότερα, προτιμώ να μ’ εκτιμούν παρά να μ’ αγαπούν.  

 

Ως άνθρωπος των Γραμμάτων, παρακολουθείτε την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή; Εντοπίσατε κάποιο βιβλίο που σας εντυπωσίασε πραγματικά και θα θέλατε να το μοιραστείτε μαζί μας;

Αλίμονο αν δεν υπήρχαν έργα για να προσανατολίζουν τον ονειρισμό μας –και δεν εννοώ μόνο τους κλασικούς. Κατ’ αρχάς να πω ότι διαβάζω κυρίως δοκίμια και επιστημονικά βιβλία, φιλοσοφία, θεολογία και φιλολογικά, λιγότερο πεζογραφία κι ακόμα λιγότερο ποίηση –τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, ασχολούμαι κυρίως με ξένους ποιητές. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει σήμερα μια έκρηξη στο ελληνικό διήγημα πρωτίστως, αλλά και στην ποίηση, άλλωστε η μικρή φόρμα στην αφήγηση ποιητικίζει πλέον σκανδαλωδώς. Παρατηρείται μια μείξη των ειδών και η τάση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λ.χ. τα μικρά πεζά της Εύας Στεφανή ή της Ούρσουλας Φωσκόλου είναι δύσκολο να ταξινομηθούν επακριβώς. Επιπλέον, βλέπω και μια διαφορά στη νεότερη ποίηση: όταν ξεκινούσα εγώ να γράφω ποιήματα, οι ποιητικές συλλογές ήταν κυρίως συναθροίσεις ποιημάτων, ενώ σήμερα παρουσιάζονται φιλόδοξες συνθέσεις, όπως τα πρόσφατα βιβλία «Άλμπα» του Θωμά Τσαλαπάτη και «Παιχνιδότοπος» του Γιώργου Αλισάνογλου. Επίσης η κρίση βοήθησε στο να πάψει ο λογοτεχνικός αθηναιοκεντρισμός, σαφέστατα οι εκδότες εδράζονται κυρίως εδώ, όμως ορισμένοι από τους πιο αξιόλογους συγγραφείς που αναδείχτηκαν αυτή την περίοδο ζουν και εργάζονται στην περιφέρεια: ο Μακρόπουλος στη Λευκάδα, ο Παπαμόσχος στην Καστοριά, οι Συφιλτζόγλου και Πέτρου στη Δράμα... Να, λοιπόν, που ανέφερα και κάποια ονόματα συγγραφέων, αναζητήστε τα βιβλία τους.           

 

Τι σας αρέσει να κάνετε καθ’ υπερβολήν, όταν δεν γράφετε;

Κατ’ αρχάς γράφω μάλλον λίγο. Για να πούμε την αλήθεια, θεωρώ τον εαυτό μου τεμπέλη, πιστεύω πως δεν κάνω ούτε τα μισά απ’ όσα θα μπορούσα. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος που ασχολούμαι με το γράψιμο είναι μάλλον λίγος. Το μεγαλύτερο μέρος της μέρας το καταλαμβάνει η εργασία μου στο σχολείο (Νέα Γενιά Ζηρίδη) και η οικογένεια, κυρίως δηλαδή τα παιδιά των άλλων και τα δικά μου. Αν μένει χρόνος, διάβασμα, περίπατοι, φίλοι.  

 

Έχετε κάποιο απωθημένο; Κάτι που θα θέλατε να έχετε κάνει και δεν σας δόθηκε μέχρι σήμερα η ευκαιρία;

Για τον ποιητή, αλλά και κάθε συγγραφέα, απωθημένο είναι η ίδια η ζωή. Αν ήμασταν απόλυτα ικανοποιημένοι ή ευτυχείς, τότε δεν θα προσπαθούσαμε να καλύψουμε την αναντιστοιχία καθημερινότητας-επιθυμίας μέσω της γραφής, απλώς δεν θα γράφαμε... Και για να προλάβω την παρεξήγηση: αυτό δεν σημαίνει ότι ο ποιητής δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, σημαίνει απλώς ότι τις κακές του στιγμές τις εκφράζει διαφορετικά. Το αίσθημα μιας στιγμής είναι το ποίημα, όσο καιρό κι αν το επεξεργαζόμαστε. Κι ένα απωθημένο, με την ευρεία έννοια, είναι η ιδρυτική του αφορμή.    

 

Κλείνοντας, θα θέλαμε να μας πείτε τη γνώμη σας για την κατάσταση που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Έχετε οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα; Τι έφταιξε και η χώρα οδηγήθηκε σε αυτές τις ατραπούς;

Νομίζω πως τα αίτια είναι από καιρό γνωστά σε όλους μας, το πρόβλημα είναι ότι όταν φτάνει η ώρα ν’ αναλάβουμε τις προσωπικές μας ευθύνες όλοι αρχίζουμε να δείχνουμε αλλού. Κατά κάποιο τρόπο η αντίδραση αυτή μου θυμίζει τους μαθητές μου, τους ρωτάς αν φταίνε για κάποια αταξία και όλοι απαντούν «ναι, αλλά δεν ήμουν μόνο εγώ». Η νοοτροπία αυτή μας έχει γίνει βίωμα, είμαστε μάλιστα εξαιρετικοί στο να φτιάχνουμε ωραία ιδεολογικά περιτυλίγματα για την αυτοαθώωσή μας και την ψυχολογική ερμηνεία των αντιπάλων μας –κάτι πολύ σημαντικό, ασφαλώς, γιατί έτσι ορίζουμε και την ταυτότητά μας. Κι επειδή η επανοριοθέτηση μιας νέας ελληνικής (ή ό,τι άλλο) ταυτότητας δεν είναι εύκολη υπόθεση, καταφεύγουμε στα εύκολα τσιτάτα: η κρίση είναι πολιτισμική, όλα είναι θέμα παιδείας κ.λπ., φράσεις που σαφώς είναι αληθινές αλλά μένουν μόνο φράσεις γιατί δεν πάμε βαθύτερα. Τον πρώτο καιρό έμπαινα στον πειρασμό και σχολίαζα, όπως πολλοί, στην αρένα του facebook, μετά όμως κατάλαβα ότι όλο αυτό το ξόδεμα είναι μάταιο –ό,τι είχα άλλωστε να πω, το είπα στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο μου. Όσο για εκείνους που αγωνιούν για τον ρόλο των πνευματικών ανθρώπων (κι αυτό μετάθεση ευθύνης είναι), ας προσπαθήσουν πρώτα να γίνουν οι ίδιοι πνευματικότεροι. Θα είναι καλύτερο για όλους μας.         

 

Σας ευχαριστούμε πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ.

 

Λίγα λόγια για τον Δημήτρη Αγγελή

Ο Δημήτρης Αγγελής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Είναι πτυχιούχος Θεολογίας και Διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καθηγητής της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Νέα Γενιά Ζηρίδη). Ποιητής και Δοκιμιογράφος. Διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Ευθύνη» (2010-2013) και από τον Μάιο του 2013 μέχρι σήμερα του περιοδικού «Φρέαρ». Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μελέτες και διηγήματα. Το 2008 τιμήθηκε με το Βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική του συλλογή «Επέτειος», που κυκλοφορεί και στα ισπανικά, σε μετάφραση της Virginia López Recio.


 

* Η Βάσω Β. Παππά είναι Ποιήτρια, Δημοσιογράφος, συνεργάτης του ιστολογίου.

  O Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς είναι Αρχαιολόγος, συνεργάτης του ιστολογίου.

sharpdialogue.com

11 Ιουν. 2015

«Διαπίστωσα ότι έκανα

περισσότερους εχθρούς επαινώντας

παρά επικρίνοντας…»

 

Συνέντευξη με τον Λευτέρη Τζόκα,

Πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.


Επιμέλεια:

Βάσω Β. Παππά – Νικόλαoς Β. Παππάς*

vas_nikpap@yahoo.gr

 

Kύριε Τζόκα, ποια ήταν τα παιδικά σας βιώματα;

Γεννήθηκα στο ιστορικό Πέτα της Άρτας στις 24 Μαΐου 1943, από πατέρα με Σουλιώτικες καταβολές και Πετανίτισσα μητέρα. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές μου στην Άρτα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εργάσθηκα για πολλά χρόνια στον Αθηναϊκό Τύπο και εκδίδω τη δική μου εφημερίδα με αξιόλογη κυκλοφορία. Διατηρώ έτσι έναν γόνιμο διάλογο και ανταλλαγή απόψεων, συνεργασίας και επαφής, με πολλούς πνευματικούς ανθρώπους της χώρας μας και του εξωτερικού.

 

Πώς ήρθε το πρώτο ποίημα;

Στα Ελληνικά Γράμματα εμφανίστηκα μαθητής ακόμα, σε ηλικία 14 ετών, με ποιήματα, έρευνες, κριτικά και λαογραφικά σημειώματα, σε εφημερίδες της ιδιαίτερης πατρίδας μου και σε αθηναϊκά έντυπα. Το 1970 τυπώνεται η πρώτη ποιητική συλλογή μου με τίτλο: «Στα στενορύμια του χωριού μου», που έτυχε ευνοϊκής κριτικής και ανταπόκρισης από το κοινό, μάλιστα ποιήματά μου μεταφράστηκαν σε τρεις γλώσσες.

 

Πείτε μας τρία ποιήματα από την ελληνική ή την ξενόγλωσση ποίηση που θα θέλατε να έχετε γράψει εσείς…

Θα ήθελα να είχα γράψει τα ποιήματα: «Αν» του Κίπλινγκ, το «Ελληνόπουλο» του Βίκτωρος Ουγκώ και τα «Κεριά» του Κωνσταντίνου Καβάφη.

 

Ένα έργο, είτε είναι αυτό ποίημα είτε μυθιστόρημα, για να χαρακτηριστεί «μεγάλο», θα πρέπει να διαπνέεται από στόχαση και μεγάλα νοήματα ή απλά οφείλει να συγκινεί με την πλοκή του; Θα μπορούσαμε δηλαδή στην ίδια κατηγορία να εντάξουμε τη Μαντάμ Μποβαρύ με ένα έργο του Κούντερα ή της Βιρτζίνια Γουλφ;

Κύριοι συντελεστές μιας δημιουργίας είναι ο στοχασμός και το συναίσθημα. Να κλείνει το μεγαλείο της γλώσσας ιδιαίτερα για εμάς τους Έλληνες της ελληνικής γλώσσας, που έμεινε αναλλοίωτη εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Μεγάλο ένα έργο το χαρακτηρίζει η αποδοχή του κόσμου. Ο χρόνος, ο χώρος και ο άνθρωπος για να γίνει μεγάλο. «Τους στίχους τούτους… πρωτοτύπως ωραίους, έγραψεν ο Ανδρέας Κάλβος ο Ζακύνθιος», είπεν ο Κωστής Παλαμάς το 1888, όταν επέβαλε τον μεγαλόπνοο βάρδο στα Ελληνικά Γράμματα, θεωρώντας τον άξιο της αθανασίας μετά από είκοσι χρόνια του θανάτου του (1792-1862).

 

Στις μέρες μας δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσπαθούν να διεκδικήσουν ένα κομμάτι φήμης. Και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συμβάλλουν πολύ προς αυτό. Πιστεύετε ότι η φήμη και η δόξα είναι η κυριότερη τροφή, πέραν των άλλων, και των σύγχρονων ποιητών;

Για να διεκδικήσεις ένα κομμάτι φήμης –όπως λέτε– πρέπει ο σύγχρονος πνευματικός άνθρωπος να στέκεται άγρυπνος μέσα στην κοινωνία και τα προβλήματά της, να δοκιμάζεται καθημερινά για να κατακτήσει την ικανότητα σε όσα έχουν χαθεί, όπως είναι οι αξίες και η ενότητα.

 

Έχετε καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει κάποιον να ξεχωρίζει;

Ξεχωρίζει κάποιον η φλόγα της ζωής κι αν ακόμα υπάρχει κάποιο δράμα να μην αρνείται την ομορφιά και τη μαγεία μέσα απ’ την αγωνιστική του διάθεση ν’ αναζητά το καλύτερο. Να παλεύει για τις αρετές που χάθηκαν, όπως: αγάπη, δικαιοσύνη, φιλαλήθεια, ευγένεια, άμιλλα, φιλοπατρία, αλληλεγγύη κ.ά., που πρέπει να είναι ο επιδιωκόμενος στόχος για μια ανθρωπινότερη κοινωνία.

 

Έχουν η Ποίηση και η Τέχνη τη δυνατότητα να θεραπεύουν τον ανθρώπινο πόνο;

Η Ποίηση και η Τέχνη μπορούν να θεραπεύσουν τον ανθρώπινο πόνο, όταν είναι ειλικρινείς. Πρέπει να είναι αληθινά και πηγαία. Γίνονται αισθητά όχι μόνο από τους μεμυημένους, αλλά κι από τους αμύητους σε οποιαδήποτε μορφή κι αν εκφράζεται. Επιβάλλεται με την παρουσία της, γι’ αυτό επιζεί. Η Τέχνη είναι λειτούργημα και όχι κόσμημα. Η Ποίηση και η Τέχνη είναι έμφυτη κλίση στον άνθρωπο. Είναι Θείο Δώρο για την αναζήτηση του ωραίου σε όλες τις εκφάνσεις του με τη συστηματική καλλιέργεια. Το χέρι δεν γράφει μόνο του στο χαρτί. Κάποια μυστική δύναμη το καθοδηγεί: Η έμπνευση.

 

Υπάρχει κάτι που δεν θα ξανακάνατε στην πορεία σας, ένα λάθος που δεν θα επαναλαμβάνατε; Γιατί αξίζει να ζει κανείς;

Να μη φέρομαι με τόση αγάπη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Διαπίστωσα ότι έκανα περισσότερους εχθρούς επαινώντας παρά επικρίνοντας… Δεν ακολούθησα το ποίημά μου: «Κράτα της σύνεσης γραμμή / για να μην ολισθαίνεις / και η ομορφιά μες την ζωή / να δίνεις και να παίρνεις». Διαμαρτύρομαι πάντα στην ζωή. Δεν εφησυχάζω ποτέ. «Facit indignation versum» (Η αγανάκτηση παράγει στίχο), όπως έλεγαν οι Λατίνοι. Είναι βίωμά μου, που μου δημιούργησαν οι αγωνίες, οι αντιλήψεις, οι προβληματισμοί, τα συναισθήματα που προσπαθώ να τα μεταφέρω στον νου και στην καρδιά του αναγνώστη των έργων μου. Γνωστό είναι ότι: «Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος».

 

Έχει αλλάξει η οικονομική κρίση την ζωή σας; Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη πληγή της χώρας μας;

Έχει αλλάξει τους Έλληνες η οικονομική κρίση. Μία από τις αιτίες που οδηγηθήκαμε στα οικονομικά αδιέξοδα είναι γιατί ο λόγος μας έπαψε να έχει την αξία των προηγούμενων χρόνων. Βλέπαμε τα συμπτώματα εδώ και πολλά χρόνια αλλά αδιαφορούσαμε. Δεν πιστεύαμε ότι θα είχαμε αυτές τις οικονομικές συνέπειες. Να πού φτάσαμε… Ο λόγος μας δεν ήταν ειλικρινής και καθαρός, δεν είχε διαφάνεια η γλώσσα μας. Δεν είχαμε σεβασμό και αξιοπρέπεια. Επιζητούσαμε να παραμείνουμε σκλάβοι κατά τον Έζρα Πάουντ: «Σκλάβος είναι εκείνος που περιμένει κάποιον άλλον να τον απελευθερώσει».

 

«[…] το βράδυ εκείνο του γυρισμού […] / είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές / πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά / τη μοίρα μας», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Αυτή είναι τελικά η μοίρα μας ως λαού; Η αλληλοβορά μας;

Δεν θα γίνουμε βορά κανενός ανθρώπου, ούτε τροφή σαρκοβόρων ζώων ή θύμα κάποιου. Αντέξαμε χιλιάδες χρόνια σ’ αυτόν τον τόπο απ’ το απώτερο παρελθόν. Στεκόμαστε άγρυπνοι και δοκιμαζόμαστε καθημερινά για την κατάκτηση αυτών που μας ανήκουν. Προαπαιτούμενο όλων είναι η αγάπη προς τον τόπο μας και η τιμιότητα. Χρειάζεται βέβαια η γενικότερη θεώρηση και επαγρύπνηση. Να βοηθήσουμε προς τη σωστή κατεύθυνση και να πείσουμε ξένους και ντόπιους. Αλλά πώς, όταν οι πόλεμοι μαίνονται και η διεθνής τρομοκρατία ανθίσταται;

 

«Όσο υπάρχουν ποιητές / Τα πουλιά θα πετούν / Και τα δέντρα θ’ ανθίζουν / Δε θα μπορούν ανίερα χέρια / Να σταματήσουν την άνοιξη / Να εξαφανίσουν τα πράσινα σημάδια / Αυτούς που πιστεύουν ακόμα / Πως είναι τ' όνειρο δυνατό», γράφει σ’ ένα ποίημά του ο Θεσσαλονικιός ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης. Έχετε την ίδια άποψη;

Τα ποικίλα θέματα που εκφράζονται με την ποίηση: τα πατριωτικά, τα λυρικά, τα αγωνιστικά, τα νοσταλγικά, τα ηρωικά, φυσιολατρικά, αγάπης και έρωτα. Οι πράξεις βίας και τρομοκρατίας αποτελούν την έκφραση της απάνθρωπης δύναμης. Μπορούν να αποτραπούν, γιατί ακόμα δεν έχουμε αποκοπεί από την ηθική πίεση του περιβάλλοντος και της παράδοσης. Σε γενικότερη θεώρηση πρέπει να διευθετηθεί από την ανθρώπινη αλληλεγγύη με την πνευματική καλλιέργεια και τη δημιουργία ευαισθητοποιημένης κοινωνικής συνείδησης.

 

Για σας τι σημαίνει η λέξη «ευτυχία»;

Ευτυχία με τη βαθιά ρήση του όρου δεν υπάρχει. Η ευχαρίστηση, όταν τα πράγματα πάνε καλά και μόνο για μια στιγμούλα. Όχι ευτυχία…

 

Κλείνοντας, θα θέλαμε να μας πείτε, τι είναι αυτό που σας απορροφά ευχάριστα τον χρόνο σας, όταν δεν προσφέρετε τις υπηρεσίες σας στην Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών…

Ευχάριστα περνώ, όταν επικοινωνώ με τους ανθρώπους και η προσπάθεια που γίνεται να επιτύχουμε συλλογικά το καλύτερο. Κάτι να μείνει. Γιατί «όταν κάνεις στον καιρό σου ό, τι καλύτερο μπορείς, θα μείνει στους αιώνες των αιώνων».

 

Σας ευχαριστούμε πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ.

 

Λίγα λόγια για τον Λευτέρη Τζόκα

Ο Λευτέρης Τζόκας, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος, γεννήθηκε στο Πέτα Άρτας. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε για πολλά χρόνια στον Αθηναϊκό Τύπο, ως υπεύθυνος έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών. Από τον Γενάρη του 2009 εξελέγη παμψηφεί Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρίας Κριτικών Λογοτεχνίας, Συνδέσμου Ιστορικών Συγγραφέων, Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου, κ.ά.

Έχει εκδώσει είκοσι πέντε βιβλία Κριτικής, Ποίησης, Λαογραφίας και Ιστορίας, αλλά και Δοκίμια. Έχει τιμηθεί -μεταξύ άλλων- από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών (με το Χρυσό Μετάλλιο Πνευματικής Αξίας Α΄ Τάξεως) και την Ένωση Συντακτών Ευρωπαϊκών Μ.Μ.Ε. «για τη συμβολή του στην πνευματική ζωή του τόπου μας, μεσ’ από το πλούσιο συγγραφικό και δημοσιογραφικό του έργο». Για το πολύπλευρο έργο του γράφτηκαν πολλά κείμενα και εκδόθηκαν τρεις αυτοτελείς μονογραφίες. Έχει συμμετάσχει σε πανελλαδικά και διεθνή συνέδρια και έχει πραγματοποιήσει τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές. Το έργο του έχει συμπεριληφθεί σε Ανθολογίες και έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά, στα Γαλλικά και στα Αγγλικά.


 

* Η Βάσω Β. Παππά είναι Ποιήτρια, Δημοσιογράφος, συνεργάτης του ιστολογίου.

  O Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς είναι Αρχαιολόγος, συνεργάτης του ιστολογίου.

 

sharpdialogue.com

6 Ιουν. 2015

«Πολλοί άνθρωποι παλεύουν να δαμάσουν σε γραπτό λόγο […] αυτά που έχουν μέσα τους. Δεν είναι εύκολο και δεν τα καταφέρνουν όλοι».

 

 

Συνέντευξη με την Τατιάνα Αβέρωφ,

Συγγραφέα και Πρόεδρο του Ιδρύματος

Ε. Αβέρωφ-Τοσίτσα


  Επιμέλεια:

Βάσω Β. Παππά – Νικόλαος Β. Παππάς*

vas_nikpap@yahoo.gr

 

Κυρία Αβέρωφ, γεννηθήκατε στην Αθήνα. Ποια η πρώτη ανάμνηση και ποια τα πρότυπά σας ως παιδί;

Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά η πρώτη ανάμνησή μου είναι από το Μέτσοβο, όπου περνούσα όλα τα καλοκαίρια από πολύ μικρή. Δεν μιλάω για κάποιο γεγονός συγκεκριμένο, αλλά αισθήσεις περισσότερο, εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, η ομορφιά της φύσης, τα βουνά, το βάθος, η απλότητα και η γνησιότητα των ανθρώπων. Στο Μέτσοβο νομίζω βρίσκεται για μένα η πηγή των ακατέργαστων αναμνήσεων και συγκινήσεων που τροφοδοτεί και δίνει ενέργεια στο κάθε μας βήμα και αργότερα, στην ενήλικη ζωή μας.

 

Το τελευταίο σας βιβλίο φέρει τον τίτλο «Δέκα ζωές σε μία». Πείτε μας λίγα πράγματα για την υπόθεσή του…

Είναι ένα μυθιστόρημα που παρακολουθεί βήμα-βήμα την πολυτάραχη ζωή του πατέρα μου, Ευάγγελου Αβέρωφ, αποτυπώνοντας συγχρόνως την ταραγμένη ατμόσφαιρα της εποχής και τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Ελλάδα, από το 1908 μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τις αρχές του Εμφυλίου. Μυθοπλασία, βιογραφία και μαρτυρία συγχρόνως, είναι ένα βιβλίο που κινείται σε πολλά επίπεδα με συνδετικό νήμα το ταξίδι αναζήτησης του Πατέρα.

 

Για πάρα πολλά χρόνια εργαστήκατε στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης ως σχολική ψυχολόγος. Τι σας έκανε να διαλέξετε το συγκεκριμένο επάγγελμα;

Ως αντικείμενο σπουδών, η ψυχολογία με τράβηξε αρχικά γιατί με ενδιαφέρει ο άνθρωπος και οι πολλαπλές στρώσεις της πραγματικότητας που αλληλεπιδρούν και τον καθορίζουν. Διάλεξα να εργαστώ στον χώρο της εκπαίδευσης, γιατί ήθελα να εργαστώ με υγιείς, «κανονικούς» ανθρώπους και να συμβάλω στην όσο το δυνατόν πιο «αναίμακτη» πορεία των παιδιών και εφήβων προς την ωριμότητα. Είναι χρόνια σημαντικά αυτά. Πέρα απ’ τον γονιό και το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, το σχολείο είναι ο σημαντικότερος χώρος όπου τα παιδί κοινωνικοποιείται και διαμορφώνει τις βασικές στάσεις ζωής ως προς τη γνώση, τη δημιουργικότητα, τον άνθρωπο και τον κόσμο που το περιβάλλει.

 

Μιλήστε μας λίγο για τον γιο σας και την οικογενειακή ζωή με το σύζυγό σας Σωτήρη Ιωάννου. Πόσο εύκολο είναι να διατηρηθεί ένας γάμος;

Ο γιος μου ήταν από γεννησιμιού του ένα χαρισματικό και πληθωρικό παιδί, με «άποψη» για όλα και με τεράστια (και εξαντλητικά πολλές φορές για μας) αποθέματα ενέργειας. Δεν είναι εύκολο να μεγαλώνεις ένα παιδί και είχα πολλές αγωνίες και αμφιβολίες για το αν ήμουν καλή μητέρα. Οι αγωνίες δεν τελειώνουν ποτέ, αλλά σήμερα πια είμαι ήσυχη και χαρούμενη, γιατί νομίζω πως έχει βρει τον δρόμο του, έχει γίνει ο «δικός» του άνθρωπος και τον καμαρώνω απεριόριστα. Με τον άντρα μου είμαστε μαζί «άπειρα» χρόνια. Ήμουν 18 χρονών όταν τον ερωτεύτηκα, 27 χρονών όταν παντρευτήκαμε. Η σχέση μας πέρασε από πολλά κύματα και εξωτερικές κυρίως δυσκολίες αρχικά, αλλά είχα πάντα μέσα μου μια απόλυτη βεβαιότητα, ότι μόνο μ’ αυτόν θα μπορούσα να ζήσω και να είμαι ευτυχισμένη. Αυτή η σιγουριά, μαζί με το πείσμα και την αγάπη, ήταν η βάση νομίζω, η «μεγαλύτερη εικόνα», που σε βοηθάει να ξεπεράσεις κάθε στιγμή δυσκολίας στη σχέση, που υπάρχουν βέβαια και τέτοιες σε έναν μακροχρόνιο γάμο. Άμα αγαπάς τον άλλον, μεγαλώνεις μαζί του.

 

Εδώ και πάρα πολλά χρόνια διδάσκετε Δημιουργική Γραφή τόσο ιδιωτικά όσο και σε σεμινάρια στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και σε άλλους φορείς. Απολαμβάνετε τα μαθήματα που κάνετε στους εκκολαπτόμενους συγγραφείς και πόσο συχνά ανακαλύπτετε νέα ταλέντα;

Στη διδασκαλία της Δημιουργικής Γραφής ανακάλυψα τη χαρά του να μοιράζεσαι την εμπειρία σου με άλλους  και να τους βοηθάς να βρουν τη δική τους συγγραφική φωνή. Με συγκινεί το πόσοι πολλοί άνθρωποι παλεύουν να δαμάσουν σε γραπτό λόγο και να εκφράσουν λογοτεχνικά αυτά που έχουν μέσα τους. Δεν είναι εύκολο και δεν τα καταφέρνουν όλοι. Πιστεύω όμως πως όλοι παίρνουν κάτι από την εμπειρία τους αυτή στα σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής. Είναι ένα ταξίδι που μπορεί να μην σε οδηγήσει απαραίτητα στον προορισμό που περίμενες, αλλά θα ανακαλύψεις στον δρόμο πολλά για το πού θέλεις τελικά να πας, και πώς.

 

Εκτός από την επαγγελματική και συγγραφική σας δραστηριότητα, είστε Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Ιδρύματος Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα, συμμετέχετε στην οινοποιητική δραστηριότητα της εταιρείας «Κατώγι & Στροφιλιά», καθώς και στη λειτουργία του νέου Ξενοδοχείου-Οινοποιείου «Κατώγι». Πώς συνδυάζονται όλες αυτές οι δραστηριότητες και ποια τα σχέδιά σας για τα επόμενα χρόνια;

Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα συνδυάζονται όλα αυτά. Το γράψιμο, ιδίως το μυθιστόρημα, θέλει συγκέντρωση και αφοσίωση. Θέλει να μπορείς ν’ αδειάσεις το κεφάλι σου, όσο είναι δυνατόν, και ν’ αφεθείς να σε στοιχειώσει ο μικρόκοσμος των ηρώων σου. Οι άλλες μου δραστηριότητες στο Μέτσοβο είναι πολλές και εγώ είμαι ένα άτομο μάλλον του ένα-πράγμα-τη-φορά, που αυτό με αναγκάζει κατά περιόδους να «κλείνω» τις συγγραφικές μου δραστηριότητες και να ρίχνομαι με τα μούτρα στα του Μετσόβου. Το Ίδρυμα Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα είναι ένα μεγάλο Ίδρυμα και υπάρχουν στελέχη ευτυχώς που μοιράζονται τη δουλειά, ενώ με την οινοποιητική δραστηριότητα και το Ξενοδοχείο «Κατώγι» ασχολείται κυρίως ο άντρας μου Σωτήρης Ιωάννου. Αλλά είμαι επίσης Πρόεδρος του Δ.Σ του Ιδρύματος Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, που η κύρια δραστηριότητά του είναι η λειτουργία της Πινακοθήκης Αβέρωφ στο Μέτσοβο. Αυτήν τη στιγμή τρέχουν διάφορα εικαστικά εργαστήρια στην Πινακοθήκη, επίσης συζητήσεις για ανταλλαγές και φιλοξενία εκθέσεων, ενώ για τον Σεπτέμβριο προγραμματίζουμε το δεύτερο μέρος της έκθεσης-δράσης «Εικαστικές παρεμβάσεις στο μονοπάτι της αρκούδας», σε συνεργασία με τον Καθηγητή Γιώργο Χουλιαρά και ομάδα τελειόφοιτων και απόφοιτων της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας. Επίσης, στο Λαογραφικό Μουσείο του Αρχοντικού Τοσίτσα, βρισκόμαστε σε φάση εργασιών για την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό του κτιρίου, αλλά και την ψηφιοποίηση, καταγραφή και καλύτερη ανάδειξη της συλλογής.

 

Πόσο σας επηρέασε η κρίση των τελευταίων χρόνων;

Πολύ. Όλα είναι ακριβότερα, χορηγοί δεν υπάρχουν, οι επισκέπτες έχουν λιγοστέψει, η εφορία μας έχει γονατίσει (ενώ παλιότερα τα κοινωφελή Ιδρύματα είχαν κάμποσες φορολογικές διευκολύνσεις -κάτι λογικό, αφού προσφέρουν έργο που κανονικά θα έπρεπε να ανήκει στις αρμοδιότητες και τον προϋπολογισμό του κράτους). Έτσι κι εμείς, όπως οι περισσότεροι φορείς, είμαστε πλέον ελλειμματικοί και κάνουμε ό, τι μπορούμε για να συνεχίσουμε να λειτουργούμε, πιο μαζεμένα μεν, με όσο το δυνατόν περισσότερη οικονομία, χωρίς όμως έκπτωση στους βασικούς μας στόχους και στην ποιότητα της δουλειάς μας.

 

Μεγαλώσατε μέσα σε μια οικογένεια, όπου για πάρα πολλά χρόνια ήταν στο προσκήνιο και στα φώτα της δημοσιότητας. Έπειτα από τόσα χρόνια καταξίωσης και δόξας, έχετε καταλήξει τι είναι αυτό που φέρνει τελικά την ευτυχία;

Το προσκήνιο και τα φώτα της δημοσιότητας δεν έχουν καμιά σχέση με αυτό που λέμε ευτυχία. Η ευτυχία είναι κάτι εσωτερικό, μια αίσθηση πληρότητας, που μπορεί να την έχεις και με πολύ απλά πράγματα. Είναι σημαντικό βέβαια να έχεις τα προς το ζην, μια βασική ασφάλεια, και από κει και πέρα να δίνεις και να παίρνεις αγάπη και να είσαι δημιουργικός σε όποιον τομέα σε γεμίζει και σου ταιριάζει. 

 

Κατά τη γνώμη σας, πού βρίσκεται το αληθινό πάθος της ζωής;

Στον έρωτα, στη φύση, στη δημιουργικότητα, σε ό, τι γενικά «ηλεκτρίζει» τον καθένα και του δίνει φτερά.

 

Πώς αποφορτίζετε την πίεση της ημέρας; Τι σας αρέσει να κάνετε, όταν δεν γράφετε;

Να «αδειάζω» το μυαλό μου, να βλέπω τηλεόραση, να παίζω πασιέντζες, να κάθομαι με τον άντρα μου, να διαβάζω ένα καλό μυθιστόρημα, να χαζεύω τη θάλασσα ή ένα μαγευτικό ορεινό τοπίο.

 

Σας ευχαριστούμε πολύ.

Να είστε καλά.

 

Λίγα λόγια για την Τατιάνα Αβέρωφ

Η Τατιάνα Αβέρωφ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1954. Σπούδασε Χορό στη Rambert Schoοl of Ballet and Contemporary Dance του Λονδίνου και στη Σχολή Γρηγοριάδου της Αθήνας, απ’ όπου και απέκτησε δίπλωμα διδασκαλίας Χορού (1975). Παράλληλα σπούδασε Φιλοσοφία και Ψυχολογία στο Κολέγιο Deree στην Αθήνα (B.A. 1976) και Κοινωνική Ψυχολογία στο London School of Economics and Political Science (M.Sc. 1978).

Εργάστηκε ως Σχολική ψυχολόγος στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης (1978-1994)∙ έκτοτε όμως αφιερώθηκε αποκλειστικά στην διεύθυνση της Πινακοθήκης Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο, στο πλαίσιο του κοινωφελούς Ιδρύματος Ε. Αβέρωφ-Τοσίτσα, του οποίου είναι Πρόεδρος από τη σύστασή του το 1988. Από το 1991 είναι επίσης Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Ιδρύματος Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα, το οποίο από τη δεκαετία του ’50 συνέβαλε αποφασιστικά στη οικονομική διάσωση και στην πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής Μετσόβου.

Εκτός από βιβλία εκπαίδευσης-ψυχολογίας, εξέδωσε και πέντε μυθιστορήματα. Έχει επίσης ασχοληθεί με τη λογοτεχνική μετάφραση. Κείμενά της είναι δημοσιευμένα σε συλλογικές εκδόσεις και αφιερώματα σε εφημερίδες και περιοδικά.

Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων (2001) για το μυθιστόρημα «Το Ξέφωτο». Για το ίδιο μυθιστόρημα ήταν υποψήφια για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω» και δύο χρόνια αργότερα (2003) για το Βραβείο Μυθιστορήματος του ίδιου περιοδικού για το μυθιστόρημα «Αύγουστος»). Το μυθιστόρημά της «Θράσος» ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βιβλίο Λογοτεχνίας Παιδικού Βιβλίου 2010 (αν και πρόκειται για βιβλίο λογοτεχνίας που απευθύνεται καταρχήν σε ενηλίκους)

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Εταιρείας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου.

Kόρη του πολιτικού και συγγραφέα Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, είναι παντρεμένη με τον Σωτήρη Ιωάννου και έχει έναν γιο.


 

* Η Βάσω Β. Παππά είναι Ποιήτρια, Δημοσιογράφος, συνεργάτης του ιστολογίου.

  O Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς είναι Αρχαιολόγος, συνεργάτης του ιστολογίου.

 

sharpdialogue.com